Τις ταξιδιωτικές μου εμπειριές και περιπέτειες τις μετράω από τη στιγμή που άρχισα να ζω μόνος μου, να κανονίζω μόνος μου, να επιλέγω -σχεδόν πάντα- μόνος μου. Ή εν πάσει περιπτώση να έχω δικαίωμα λόγου και επιρροής σε μία ομάδα ανθρώπων με την ίδια ηλικία, τα ίδια ενδιαφέροντα και τα ίδια ακούσματα με μένα. Τις μετράω, λοιπόν, από το δεύτερο έτος και από το ταξίδι στην Πράγα -οικογενειακώς, αλλά πολύ διαφορετικό από παλαιότερα οικογενειακά ταξίδια-, περίπου 4 χρόνια από σήμερα.
Από τότε οι πόλεις που επισκέφτηκα, ύστερα από ένα ξεσκόνισμα στον σκληρό δίσκο του μυαλού και του υπολογιστή μου -από ένα σημείο και έπειτα αυτά τα δύο έχουν αρχίσει να λειτουργούν παράλληλα, συμπληρωματικά- αριθμούν τις 38. Μέσα σε 48 μήνες. Με μία απλή διαίρεση και μία μέθοδο των τριών, μπορεί κανείς να υπολογίσει πως κάθε 37 περίπου μέρες τα 4 αυτά χρόνια έβλεπα και μία καινούρια πόλη. Και δεν είναι κάποιο προνόμιο αποκλειστικά δικό μου. Στην αρχή δεν ήταν καν στόχος, ούτε σκοπός να ταξιδεύω και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό. Εννοώ, πως οι γνωστοί μου -αρχιτέκτονες- μετρούν αντίστοιχους αριθμούς.
Τα ταξίδια αυτά σαφώς και δεν ήταν όλα ίδια. Κάποια ήταν μικρά, βιαστικά, έντονα, κάποια άλλα χαλαρά, μεγάλα, μερικά και αδιάφορα. Άλλωστε δεν μπορείς να το ξέρεις από πριν, και να κάνεις τις ανάλογες επιλογές. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν μετάβαση από τον έναν τόπο στον άλλον, ήταν παρατήρηση, διασκέδαση, ψυχαγωγία, ήταν τελικά εκπαίδευση.
Γιατί, αν κάνουν κάτι τα ταξίδια, τότε αυτό είναι ένα και μόνο πράγμα. Σου ανοίγουν το μυαλό. Μαθαίνεις να βλέπεις, να παρατηρείς, να αξιολογείς, να επικρίνεις, να δέχεσαι, να απορρίπτεις, να νιώθεις, να εκτιμάς. Αυτά που βλέπεις έξω και αυτά που έχεις μέσα.
Και μπορεί τελικά τα τελευταία ταξίδια να ήταν λιγότερο συναρπαστικά, επειδή ακριβώς έχω συνηθίσει την διαδικασία. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αδιάφορα.
(...άμα αρχίσεις να σκέφτεσαι και να μιλάς ή να γράφεις για τα ταξίδια δεν τελειώνεις ποτέ)



