Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα city escape. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα city escape. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

όρια

Πρόκειται για όρια εσωτερικά_άυλα_συναισθηματικά.

Προσωπικά επίσης. Το δικό μου τοποθετείται κάπου μέσα στο ελ.βελ. λίγο μετά το σημείο που ξεκινάνε τα duty free, εκεί που τσεκάρουν την κάρτα επιβίβασής σου και σου επιτρέπουν να περάσεις προς την έξοδο αναχώρησης (συνδέονται, δε, γενικά με χώρους μετεπιβιβάσεων, non-places, που μόνο στόχο έχουν να σε φέρουν πιο κοντά στην ικανοποίηση των επιθυμιών σου).

Είναι αυτή η αόρατη γραμμή που μόλις την περνάς μπαίνεις σε διαφορετική διάθεση, άλλο κλίμα. Γιορτινό, ξεκούραστο, ανέμελο. Σπιτικό.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

happy birthday

Καθυστερημένα.

Και αδικαιολόγητα.

Το blog έκλεισε έναν χρόνο, λοιπόν, προχθές, στις 28.

Έναν χρόνο που με βοηθούσε να εκφράσω τις σκέψεις μου, τις ανησυχίες μου. Να διατυπώσω τα ερωτήματά μου, να πάρω (;) απαντήσεις. Προσπαθούσα να γράφω συχνά, είχα πολλές φορές πράγματα στο μυαλό μου έτοιμα για δημοσίευση που δεν πρόλαβα να γράψω και που με τον καιρό τα ξέχασα.

Θυμάμαι περίπου έναν χρόνο πρίν, όταν ανέβηκε το πρώτο post. Θυμάμαι τα συναισθήματα, τα αποτελέσματα της προσπάθειάς μου να προσθέσω μία τελεία στον ασύλληπτο κόσμο του ιντερνετ, του παγκόσμιου χωριού, να αφήσω το εικονικό μου μονοπάτι σε έναν χώρο που δεν υπάρχει όπως έχουμε παραδοσιακά μάθει να αντιλαμβανόμαστε το χώρο, που είναι όμως εξίσου αληθινός και ρεαλιστικός όταν η συζήτηση έρχεται στα συναισθήματα και στον τρόπο που προσπαθεί ο καθένας να τα αποκρυπτογραφήσει και να τα μεταδώσει.

Και μπορώ -με σιγουριά- να πω, ότι ένιωσα ωραία. Ένιωσα ας πούμε, περήφανος που βάζω ένα -εικονικό- πετραδάκι στην τεράστια αυτή -εικονική- κατασκευή.

Χρόνια πολλά, λοιπόν!

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

λονδίνο, άμστερνταμ και βερολίνο (...η συνέχεια)

Με αριθμούς, λοιπόν.

Τις ταξιδιωτικές μου εμπειριές και περιπέτειες τις μετράω από τη στιγμή που άρχισα να ζω μόνος μου, να κανονίζω μόνος μου, να επιλέγω -σχεδόν πάντα- μόνος μου. Ή εν πάσει περιπτώση να έχω δικαίωμα λόγου και επιρροής σε μία ομάδα ανθρώπων με την ίδια ηλικία, τα ίδια ενδιαφέροντα και τα ίδια ακούσματα με μένα. Τις μετράω, λοιπόν, από το δεύτερο έτος και από το ταξίδι στην Πράγα -οικογενειακώς, αλλά πολύ διαφορετικό από παλαιότερα οικογενειακά ταξίδια-, περίπου 4 χρόνια από σήμερα.

Από τότε οι πόλεις που επισκέφτηκα, ύστερα από ένα ξεσκόνισμα στον σκληρό δίσκο του μυαλού και του υπολογιστή μου -από ένα σημείο και έπειτα αυτά τα δύο έχουν αρχίσει να λειτουργούν παράλληλα, συμπληρωματικά- αριθμούν τις 38. Μέσα σε 48 μήνες. Με μία απλή διαίρεση και μία μέθοδο των τριών, μπορεί κανείς να υπολογίσει πως κάθε 37 περίπου μέρες τα 4 αυτά χρόνια έβλεπα και μία καινούρια πόλη. Και δεν είναι κάποιο προνόμιο αποκλειστικά δικό μου. Στην αρχή δεν ήταν καν στόχος, ούτε σκοπός να ταξιδεύω και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό. Εννοώ, πως οι γνωστοί μου -αρχιτέκτονες- μετρούν αντίστοιχους αριθμούς.

Τα ταξίδια αυτά σαφώς και δεν ήταν όλα ίδια. Κάποια ήταν μικρά, βιαστικά, έντονα, κάποια άλλα χαλαρά, μεγάλα, μερικά και αδιάφορα. Άλλωστε δεν μπορείς να το ξέρεις από πριν, και να κάνεις τις ανάλογες επιλογές. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν μετάβαση από τον έναν τόπο στον άλλον, ήταν παρατήρηση, διασκέδαση, ψυχαγωγία, ήταν τελικά εκπαίδευση.

Γιατί, αν κάνουν κάτι τα ταξίδια, τότε αυτό είναι ένα και μόνο πράγμα. Σου ανοίγουν το μυαλό. Μαθαίνεις να βλέπεις, να παρατηρείς, να αξιολογείς, να επικρίνεις, να δέχεσαι, να απορρίπτεις, να νιώθεις, να εκτιμάς. Αυτά που βλέπεις έξω και αυτά που έχεις μέσα.

Και μπορεί τελικά τα τελευταία ταξίδια να ήταν λιγότερο συναρπαστικά, επειδή ακριβώς έχω συνηθίσει την διαδικασία. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αδιάφορα.

(...άμα αρχίσεις να σκέφτεσαι και να μιλάς ή να γράφεις για τα ταξίδια δεν τελειώνεις ποτέ)

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

πρωινό

"...αν είσαι σπίτι, τότε ετοιμάσου για Χαβάη..."

Κάπως έτσι ξεκινάει το τελευταίο καλοκαιρινό κυριακάτικο πρωινό του 2008. Με μουσικές, ήχους της πόλης, ήχους της φύσης.

Τρία είναι τα πράγματα που διακρίνω και ξεχωρίζω με την ακοή μου, λίγα λεπτά πριν ανοίξω τα μάτια μου. Τη μουσική από κάποιο διπλανό διαμέρισμα ή πολυκατοικία, που ξεκινάει με τη διασκευή της Πρωτοψάλτη, συνεχίζει με ένα κλασσικό ροκ κομμάτι, που μέσα στην νύστα μου αδυνατώ να εντοπίσω και που πλέον έχω ξεχάσει, και τελειώνει με ένα ελαφρολαϊκό ζεϊμπέκικο. Παράλληλα ακούγεται κάποιος να χτυπάει ένα σφυρί, προσπαθώντας να ακολουθήσει το ρυθμό της μουσικής χωρίς καμία επιτυχία -ειδικά στο ζεϊμπέκικο. Τέλος ακούγονται τα μπουμπουνητά.

Μπορεί σήμερα οι συνθήκες με τις οποίες ξύπνησα να ήταν ιδανικές, να μην έκαναν τίποτα άλλο από το να ανυψώσουν τη διάθεση μου. Μπορεί άλλες φορές να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, με την εκκλησία να χτυπά και να με ξυπνάει ξημερώματα, με βιαστικούς πάκκους (= ο τσαμπίκος κάγκουρας) να περνάνε κάτω από το μπαλκόνι μου με ανάλογα, δυσάρεστα, αποτελέσματα. Σε καμία περίπτωση τα πρωινά στην ελληνική μητρόπολη δεν είναι βαρετά.

Και αυτό οφείλεται σε τρεις λόγους. Πρώτον στην συγκέντρωση πληθυσμού σε μικρό κομμάτι γης, ή αλλιώς πυκνότητα. Δεύτερον στην συγκέντρωση διαφορετικών κατηγοριών πληθυσμού στο ίδιο κομμάτι γης, ή αλλιώς ανομοιογένεια. Και τρίτον παλιές πολυκατοικίες, ή αλλιώς ΟΧΙ κουφώματα αλουμινίου.


Η ΕΜΥ και η χτεσινή μέρα ήταν και ο δύο σαφείς για την έκβαση της σημερινής. Βροχή.

Το φθινόπωρο -ή καλύτερα ο χειμώνας- περισσότερο και από άγγλος στο ραντεβού του φτάνει μια μέρα νωρίτερα, κάνει αισθητή την παρουσία του με τον πιο ανακουφιστικό και γοητευτικό τρόπο, απομακρύνοντας τη ζέστη από την πρωτεύουσα, όπου πλέον αναδύει η υπέροχη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος -κάπου υπάρχει, πρέπει να ψάξουμε να το βρούμε- και δίνοντας τη δυνατότητα να αράξεις στον καναπέ με τις κουρτίνες ανοιχτές και να χαζέυεις τη βροχή.

Καλό χειμώνα!

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

_background 2

(...) Μπορεί να μην γνωρίζεις τους γείτονές σου, εδώ στην ελληνική μητρόπολη. Μπορεί να μην έχεις ανταλλάξει μαζί τους παρά μόνο μερικές κρύες καλημέρες, μπορεί να μην έχεις το θάρρος και την οικειότητα που απαιτείται για να τους ζητήσεις να πιείτε ένα καφέ ένα απόγευμα στο δικό σου μπαλκόνι, αντί να κάθεται ο καθένας μόνος στο δικό του.

Ωστόσο τους γείτονές σου τους ξέρεις. Τους μαθαίνεις με τον καιρό. Ξέρεις πως εκεί απέναντι, σε μια πολυκατοικία που δεν γνωρίζεις την είσοδό της, ζει μια κυρία μεγάλη, που τα απογεύματα σιδερώνει, ενώ χαζεύει την Μαρία και τις ειδήσεις των 8. Ξέρεις πως στο σπίτι στην άλλη μεριά του δρόμου σου κατοικεί μία γιαγιά, μόνη της, στο διώροφο σπίτι που αυτή τη στιγμή αποτελεί τη μοναδική οπτική φυγή του μπαλκονιού σου προς το Λυκαβηττό. Την νιώθεις όταν έχει μισο-ανοιχτή, μισο-κλειστή την εξώπορτα και σε χαζεύει, σε παρατηρεί, θέλει κα προσπαθεί να σε μάθει. Από απόσταση, εκ του ασφαλούς. Ξέρεις πως στο μπαλκόνι με την ψάθα μένει μια οικογένεια αλλοδαπών, με δύο πιτσιρίκια, που τα απογεύματα γεμίζουν το δρόμο με τις φωνές τους, προσπαθώντας να σκεπάσουν τον ήχο του ζαριού στο τάβλι του μπαμπά.

Και όταν μια μέρα βλέπεις το μπαλκόνι άδειο, χωρίς την ψάθα γύρω γύρω, και με μερικούς κουβάδες μπογιάς στη γωνία, καταλαβαίνεις πως κάτι έγινε. Και κάπως νιώθεις.

Γιατί τους γείτονές σου δεν τους γνωρίζεις, δεν σου συστήνονται ποτέ. Σε παρατηρούν και τους παρατηρείς, όμως, σε μια διαδικασία καθημερινή, αναίτια και άσκοπη. Όπου, αντί να χαζεύεις την τηλεόρασή σου, χαζεύεις το ζωντανό reality της πόλης σου. Όπου άνθρωποι φεύγουν και έρχονται, κινούνται, αλλάζουν, πληθαίνουν, ελαττώνονται, εμφανίζονται και εξαφανίζονται.

Και δεν θα τους ξαναδείς ποτέ.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

_escape


Μ'αρέσει πολύ αυτή η εικόνα. Τα βιβλία, οι άνθρωποι μπροστά απ'τα βιβλία, μέσα στα βιβλία, βιβλία στα poster, βιβλία στα ράφια.
Άλλωστε, νομίζω, πως οι βιβλιοθήκες, τα bookstore είναι πάντα από τα πιο ευχάριστα μέρη. Γεμάτα γνώσεις, εικόνες, πληροφορίες.
Εκεί που μπορείς να χαθείς, να κάτσεις ώρες, να μην θες να φύγεις.
Να ταξιδέψεις, να περιπλανηθείς, να νιώσεις.
Και όλα αυτά με μερικά φύλλα χαρτιού.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

deja_vu

2n+1

Ύστερα, λοιπόν, από 2n αναρτήσεις έρχεται η επόμενη.

It's the first day of the rest of my life.


Από Βιέννη. Όπου τα πράγματα που ξανά_βλέπω είναι, ίσως, περισσότερα από αυτά που πρώτο_βλέπω. Άλλωστε όταν επισκέπτεσαι έναν τόπο -είτε ως εν γένει κάτοικος, είτε ως τουρίστας- υπάρχει πρώτα ο χρόνος προσαρμογής. Οπότε δεν παρατηρείς, δεν κοιτάς, δεν αφουγκράζεσαι. Απλά νιώθεις. Ενίοτε θυμάσαι, αναπολείς, συγκρίνεις και νοσταλγείς.


Θυμάσαι βόλτες, στάσεις, εκεί που έφαγες το τελευταίο σου -βιαστικό- κομμάτι pizza, εκεί που γνώρισες για πρώτη φορά την hadid, εκεί που τσακώθηκες, εκεί που το μετάνιωσες, εκεί που βαρέθηκες, εκεί που ερωτεύτηκες, εκεί που έχασες τη φωτογραφική σου, εκεί που πρόλαβες το τρένο.

Το ίδιο και στην Πράγα. Πρώτα οι αναμνήσεις και ύστερα όλα τα άλλα.

Είσαι στο κέντρο της Ευρώπης, το να ταξιδέψεις είναι εύκολο, αναγκαίο, σχεδόν επιβάλλεται. Φοβάμαι, όμως, τα deja vu. Που είναι τριγύρω μου -και είναι αρκετά.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

6+1 λόγοι για τους οποίους αγαπάμε το χιόνι

1. Η κίνησή του στο χώρο. Σε αντίθεση με την βροχή που η πορεία που ακολουθεί είναι γνωστή και προδιαγεγραμμένη -υποτασσόμενη στο νόμο της βαρύτητας-, το χιόνι ορίζει τους δικούς του κανόνες, επηρρεάζεται από περισσότερους από έναν παράγοντες, με παιχνιδιάρικη διάθεση και ανύποπτα αποτελέσματα. Η κίνησή του αψηφά τον νόμο της βαρύτητας, δίνοντάς του τη δυνατότητα να κινείται και σε άλλους πλην του z άξονα δημιουργώντας κινηματογραφικές -τουλάχιστον- εικόνες. Μπορεί, δηλαδή, να φανταστεί κανείς τη σκηνή όπου εσύ, εγώ, ο οποιοσδήποτε κάθεται δίπλα στη σόμπα, στο τζάκι, σε οτιδήποτε ή οποιονδήποτε ζεσταίνει, να αφήσει ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα και να χαζευεί το χιόνι να μπαίνει στο δωμάτιο.

2. Το χρώμα του. Ανέκαθεν συμβόλιζε αγνότητα, καλοσύνη, ομορφιά. Κάποτε όσο πιο άσπρη ήταν η επιδερμίδα μιας γυναίκας τόσο πιο όμορφη την θεωρούσαν, το μαύρο χρώμα αντιστοιχούσε σε χαμηλότερες κοινωνικές και αισθητικές αξίες. Μπορεί οι καιροί να άλλαξαν, το άσπρο, όμως, πάντα γοητεύει, πάντα φοριέται και πάντα ομορφαίνει. Ακόμα και τις πόλεις μας.

3. Η δομή του. Γιατί όσο άσπρα και να είναι, τα δαντελωτά εσώρουχα μόνο σε πρόστυχες σκέψεις μπορούν να σε βάλουν. Έτσι και οι αραχνοϋφαντοι αστερίσκοι που χαζεύουμε καθώς πέφτουν.

4. Το offset του cityscape, του landscape, του οποιουδήποτεscape. Ποικίλλει ανάλογα με τη θέση του σπιτιού σου, του αυτοκινήτου σου, του εαυτού σου. Είναι κάτι σαν τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, άλλη η τιμή του στην Κηφισιά, άλλη στην Γλυφάδα.

5. Η ευκαιρία που προσφέρει απλόχερα στη δημιουργία. Μπορείς να σκάψεις, να χαράξεις, να χτίσεις, να κάνεις γλυπτική -λέγε με χιονάνθρωπο- με λίγα εκατοστά χιονιού.

6. Γιατί παρόλο το κρύο, παρατάς το αυτοκίνητό σου και περπατάς. Και είναι τέλεια.

7.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

_xmas: The aftermath

Και εκεί που όλα είναι γιορτινά, χαρούμενα, φωτισμένα, λαμπερά, έρχεται μια μέρα που ξεστολίζεις.

Τα στολίδια μπαίνουν στις κούτες, τα λαμπιόνα μαζεύονται για τα επόμενα Χριστούγεννα (γιατί μόνο τότε μπορείς να γιορτάσεις άφοβα) και το δέντρο...


Το δέντρο ακολουθεί τη νέα αλυσίδα της ανθρώπινης φύσης. Της καταναλωτικής φύσης, αυτής χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, χωρίς περιβαλλοντικές ανησυχίες.

Όπου παρόλο που ζεις σε μια πόλη -μια μέση ελληνική πόλη- χωρίς πράσινο, δεν σε βάζει σε σκέψεις το γεγονός ότι τοποθετείς, φυτεύεις το δέντρο σου δίπλα στα σκουπίδια. Το κάνεις σκουπίδι, το βάζεις δίπλα σε άλλα σάπια, καταναλωτικά αποφάγια. Έχεις συνηθίσει να ζεις χωρίς πράσινο, ενίοτε σ'αρέσει που ζεις έτσι, λες ότι "καλά θα ήταν να είχαμε και λίγο πράσινο" αλλά δεν το πολυπιστεύεις.

Και γίνεται η ωραία αυτή κιτς γιορτή ένα θλιβερό, καταθλιπτικό, συννεφιασμένο μεσημέρι, όταν περπατάς στο δρόμο απολαμβάνοντας το χειμώνα που -επιτέλους- ήρθε και κοιτάς το δέντρο, χωρίς τα στολίδια του, χωρίς τα λαμπιόνια του, μόνο.

ΥΓ: Το β' ενικό δεν είναι σε καμία περίπτωση επιθετικό, εκφράζει τις δικές μου αστικές και, εν τέλει, περιβαλλοντικές ανησυχίες, για το που ξεκινάει και το που τελειώνει η ανθρώπινη επέμβαση.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2007

_sun and silence

Ρόδος, 27/12/07


Nikitas is enjoying the sun and the silence...

Προσγειώνεσαι στο αεροδρόμιο -το μικρό, το υπό κατασκευή-, φοράς κασκόλ, γάντια, μπουφάν και δύο μπλούζες, έχεις ξυπνήσει από τις 6 για να είσαι on time στον διεθνή αερολιμένα ελ. βελ., στην πρωτεύουσα κάνει κρύο, έστω και τις τελευταίες δύο μόνο εβδομάδες, συνηθίζεις σε αυτό, προσαρμόζεσαι, φοράς κασκόλ, γάντια, μπουφάν και δύο μπλούζες.

Μπαίνεις στο αεροδρόμιο -το διεθνές-, κοιτάς δεξιά, αριστερά, αγουροξυπνημένος, προσανατολίζεσαι, για πρώτη φορά στις σύντομες βόλτες σου στο εν λόγω αεροδρόμιο η Ολυμπιακή έχει 25 check-in, χωρίς ουρές, χωρίς άρα την ανάγκη να ξυπνήσεις τρεις ώρες πριν, να είσαι εκεί δύο ώρες πριν για να περάσεις ένα ευχάριστο, σούπερ βαρετό πρωινό, απογειώνεσαι, προσγειώνεσαι, βγαίνεις από το αεροπλάνο -το μικρό, το υπό κατασκευή- κοιτάς δεξιά, αριστερά, αγουροξυπνημένος, προσανατολίζεσαι.

Βγαίνεις από το αεροδρόμιο -το μικρό, το υπό κατασκευή-, μισοκλείνεις τα μάτια, οι αισθήσεις συνηθίζουν, τα δεδομένα αλλάζουν, όταν έφυγες από την αθήνα ο ήλιος ήταν χαμηλά, χλωμός, όταν έφτασες στο νησί ο ήλιος είναι ψηλά -άραγε είναι ποτέ χαμηλά;-, βγάζεις το κασκόλ, βγάζεις τα γάντια, βγάζεις τη μπλούζα, μισοκλείνεις τα μάτια, οι αισθήσεις συνηθίζουν, τα δεδομένα αλλάζουν.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2007

_xmas

Η πόλη φόρεσε τα καλά της.

Μπορεί η Πανεπιστημίου να ντύθηκε με τα αστεράκια της, το Σύνταγμα όπου να 'ναι θα κλείσει για να φορέσει τα γιορτινά του, η πρωτεύουσα ντύνεται με φώτα, μουσικές, μυρωδιές Χριστουγεννιάτικες.

Το γεγονός, όμως, που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι η διάθεση των κατοίκων.
Οι ίδιοι "ένοικοι" που σπάνια θα τους ακούσεις να λένε καλό λόγο
(δίκαια ή άδικα) για την πόλη που τους φιλοξενεί, συμβάλλουν, μέσα στην προσπάθειά τους να νοιώσουν πιο οικεία μέσα στο μητροπολιτικό χωριό που ονομάζεται Αθήνα, στο να γίνει η πρωτεύουσα πιο κιτς, πιο όμορφη.

"Ohne Kitsch wäre die Welt unerträglich.", όπως έλεγε με κάθε αφορμή ο Hundertwasser, ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, που κατακρίθηκε όσο λίγοι για την υπερβολική και πρωτότυπη αρχιτεκτονική του, και που σε αρκετά πιστή μετάφραση σημαίνει "χωρίς το κιτς, ο κόσμος θα ήταν ανυπόφορος".


Τα λαμπάκια γίνονται όμορφα, γίνονται κιτς, γίνονται καραβάκια που κολυμπάνε στην θάλασσα των πολυκατοικιών.
Το φως γίνεται κύμα, γίνεται διάθεση που συμπαρασύρει τους Αθηναίους, τους ενοίκους αυτής της πόλης.

Η νύχτα γίνεται μέρα, στο κέντρο, στις γειτονιές, στις πλατείες, στα στενάκια.

Καλά -κιτς, γιατί έτσι μας αρέσουν- Χριστούγεννα!