Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

happy birthday

Καθυστερημένα.

Και αδικαιολόγητα.

Το blog έκλεισε έναν χρόνο, λοιπόν, προχθές, στις 28.

Έναν χρόνο που με βοηθούσε να εκφράσω τις σκέψεις μου, τις ανησυχίες μου. Να διατυπώσω τα ερωτήματά μου, να πάρω (;) απαντήσεις. Προσπαθούσα να γράφω συχνά, είχα πολλές φορές πράγματα στο μυαλό μου έτοιμα για δημοσίευση που δεν πρόλαβα να γράψω και που με τον καιρό τα ξέχασα.

Θυμάμαι περίπου έναν χρόνο πρίν, όταν ανέβηκε το πρώτο post. Θυμάμαι τα συναισθήματα, τα αποτελέσματα της προσπάθειάς μου να προσθέσω μία τελεία στον ασύλληπτο κόσμο του ιντερνετ, του παγκόσμιου χωριού, να αφήσω το εικονικό μου μονοπάτι σε έναν χώρο που δεν υπάρχει όπως έχουμε παραδοσιακά μάθει να αντιλαμβανόμαστε το χώρο, που είναι όμως εξίσου αληθινός και ρεαλιστικός όταν η συζήτηση έρχεται στα συναισθήματα και στον τρόπο που προσπαθεί ο καθένας να τα αποκρυπτογραφήσει και να τα μεταδώσει.

Και μπορώ -με σιγουριά- να πω, ότι ένιωσα ωραία. Ένιωσα ας πούμε, περήφανος που βάζω ένα -εικονικό- πετραδάκι στην τεράστια αυτή -εικονική- κατασκευή.

Χρόνια πολλά, λοιπόν!

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008

hyperspace

Stacks/Servers
In early libraries, with small numbers of volumes, books had lined the walls of the reading room. Later, as the ratio of book storage to reading space changed, the book stacks were separated from the reading rooms and increasingly became the dominant spatial element.

Galleries/Virtual Museums
Each item in the collection can have hyperlinks to other items that are related in some interesting way, so that the virtual museum visitor can construct a particular path through the collection according to personal interest. A vitrual museum can offer far more choices of exploration than even the Pinakothek. (The Alte Pinakothek, Munich, by Leo von Klenze, 1826-1836)

Theaters/Entertainment Infrastructure
Entertainment is information. (...) If you receive three-dimensional models of a sporting event rather than a stream of two-dimensional video images, you could take control of some directorial functions by selecting viewpoints and operating a virtual camera.

Θραύσματα από "City of Bits", William J. Mitchell

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

λονδίνο, άμστερνταμ και βερολίνο (...η συνέχεια)

Με αριθμούς, λοιπόν.

Τις ταξιδιωτικές μου εμπειριές και περιπέτειες τις μετράω από τη στιγμή που άρχισα να ζω μόνος μου, να κανονίζω μόνος μου, να επιλέγω -σχεδόν πάντα- μόνος μου. Ή εν πάσει περιπτώση να έχω δικαίωμα λόγου και επιρροής σε μία ομάδα ανθρώπων με την ίδια ηλικία, τα ίδια ενδιαφέροντα και τα ίδια ακούσματα με μένα. Τις μετράω, λοιπόν, από το δεύτερο έτος και από το ταξίδι στην Πράγα -οικογενειακώς, αλλά πολύ διαφορετικό από παλαιότερα οικογενειακά ταξίδια-, περίπου 4 χρόνια από σήμερα.

Από τότε οι πόλεις που επισκέφτηκα, ύστερα από ένα ξεσκόνισμα στον σκληρό δίσκο του μυαλού και του υπολογιστή μου -από ένα σημείο και έπειτα αυτά τα δύο έχουν αρχίσει να λειτουργούν παράλληλα, συμπληρωματικά- αριθμούν τις 38. Μέσα σε 48 μήνες. Με μία απλή διαίρεση και μία μέθοδο των τριών, μπορεί κανείς να υπολογίσει πως κάθε 37 περίπου μέρες τα 4 αυτά χρόνια έβλεπα και μία καινούρια πόλη. Και δεν είναι κάποιο προνόμιο αποκλειστικά δικό μου. Στην αρχή δεν ήταν καν στόχος, ούτε σκοπός να ταξιδεύω και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό. Εννοώ, πως οι γνωστοί μου -αρχιτέκτονες- μετρούν αντίστοιχους αριθμούς.

Τα ταξίδια αυτά σαφώς και δεν ήταν όλα ίδια. Κάποια ήταν μικρά, βιαστικά, έντονα, κάποια άλλα χαλαρά, μεγάλα, μερικά και αδιάφορα. Άλλωστε δεν μπορείς να το ξέρεις από πριν, και να κάνεις τις ανάλογες επιλογές. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν μετάβαση από τον έναν τόπο στον άλλον, ήταν παρατήρηση, διασκέδαση, ψυχαγωγία, ήταν τελικά εκπαίδευση.

Γιατί, αν κάνουν κάτι τα ταξίδια, τότε αυτό είναι ένα και μόνο πράγμα. Σου ανοίγουν το μυαλό. Μαθαίνεις να βλέπεις, να παρατηρείς, να αξιολογείς, να επικρίνεις, να δέχεσαι, να απορρίπτεις, να νιώθεις, να εκτιμάς. Αυτά που βλέπεις έξω και αυτά που έχεις μέσα.

Και μπορεί τελικά τα τελευταία ταξίδια να ήταν λιγότερο συναρπαστικά, επειδή ακριβώς έχω συνηθίσει την διαδικασία. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν αδιάφορα.

(...άμα αρχίσεις να σκέφτεσαι και να μιλάς ή να γράφεις για τα ταξίδια δεν τελειώνεις ποτέ)

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

τρίφωνο



Είναι από τα τραγούδια που σου τραβάνε την προσοχή, που τα αναζητάς στο ραδιόφωνο, που σε συνεπαίρνει κατ' αρχήν ο ρυθμός τους. Μέχρι να ακούσεις τυχαία -ή όχι- ποιος το τραγουδάει, πως το λένε και να μπορέσεις να το αναζητήσεις στον ατελείωτο θησαυρό του διαδικτύου.

Με ένα κλιπάκι -όχι το επίσημο- πολύ απλό, πολύ ατμοσφαιρικό, πολύ γρήγορο, που ακολουθεί το ρυθμό, που δεν μπλέκει με τα λόγια, με τον στίχο, τον οποίο αφήνει να αναδυθεί με την δικιά του -τεράστια- δυναμική.

Ένα τραγούδι από το Τρίφωνο και ένα κλιπάκι από τον christosonEMI
από αυτά που τα ακούς όλη μέρα, συνεχόμενα.

"...να μου μιλάς σιγανά στ' αυτί
γιατί σ'ακούνε τη νύχτα αυτή
παλιά μου όνειρα που χρόνια είχαν κρύφτει."

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

λονδίνο, άμστερνταμ και βερολίνο

έχεις ξεχάσει πού ακριβώς θέλεις να πας

Και αν όχι ακριβώς έτσι, πάντως σίγουρα έχεις ξεχάσει πώς είναι να νιώθεις ενθουσιασμένος για ένα καινούργιο ταξίδι, έναν νέο προορισμό, που πάνω κάτω σου θυμίζει παλιά ταξίδια, γνωστούς προορισμούς.

Κατά τη διάρκεια ενός -ακόμη- ταξιδιού, βρίσκεσαι πίσω από ένα τζάμι παραθύρου, παρατηρώντας τον δρόμο από το ύψος και την απόσταση του τρίτου ορόφου. Και συνηδειτοποιείς -μάλλον σοκαρισμένος και ως ένα σημείο απογοητευμένος- ότι δεν βρίσκεις -ούτε καν ψυχολογικά- κάποια διαφορά στον τρόπο που αισθάνεσαι και βιώνεις την πόλη που μόλις γνώρισες.

Σωματικά έχει σταματήσει να σε επηρρεάζει εδώ και πολύ καιρό, όταν η βαλίτσα στο χέρι σου έγινε καθημερινότητα, η κούραση του αεροπλάνου ξεπεράστηκε και η ανάγκη προσαρμογής του σώματός σου σε νέες -καιρικές, κλιματικές ή δεν ξέρω τι άλλο- συνθήκες, εκμηδενίστηκε.

Αυτό που σε σοκάρει όμως, είναι η ψυχολογική απάθεια με την οποία αντιμετωπίζεις αυτό που για άλλους είναι συναρπαστικό, το γεγονός πως είτε βρίσκεσαι στην Αθήνα, είτε στην Βενετία, στο Τορίνο ή δεν ξέρω που αλλού, είναι -σχεδόν- το ίδιο και το αυτό. Σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο αρνητικό όσο ακούγεται, είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον αυτό που σου συμβαίνει, έχεις πλέον βγει από το πετσί του τουρίστα, έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις συνειδητά πράγματα που θες να βιώσεις στην κάθε χώρα-πόλη, διαλέγεις ανάμεσα στον τουριστικό πλουραλισμό αυτά τα ένα-δύο που θεωρείς ότι αξίζουν, δεν είναι άλλωστε η θέα από ένα μεσαιωνικό κάστρο στο πιο ψηλό σημείο του λόφου που κάνει τη διαφορά, είναι το κάστρο αυτό καθεαυτό, θέες έχεις δει πολλές, δεν διαφέρουν και τόσο η μία από την άλλη, έχεις τη δυνατότητα να αποστασιοποιηθείς από καταστάσεις και ταξιδιωτικές συμπεριφορές καθιερωμένες, ΩΣΤΟΣΟ δεν μπορείς παρά να αισθάνεσαι περίεργα.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

_background 3

Ξυπνάς ξημερώματα, ο ήλιος δεν έχει ακόμα ανέβει, μέσα, όμως, από τις γρύλιες του παραθύρου, καταλαβαίνεις πως η νύχτα -στην πιο σκοτεινή της μορφή- δεν αργεί να φύγει.
Ξυπνάς χωρίς λόγο, επειδή έτσι έτυχε. Χωρίς κάποια αφορμή, χωρίς κάποιον θόρυβο. Και μετά ακούς.
Ακούς τη νύχτα, όπως αυτή συχνά εμφανίζεται στην ελληνική μητρόπολη, στην πιο σκοτεινή της μορφή. Στην πιο βίαιη, όχι σωματικά (;), ψυχολογικά σίγουρα. Ακούς φωνές, υποθέτεις, για την ακρίβεια, πως πρόκειται για φωνές, στα αυτιά σου φτάνουν σαν ψίθυροι από άποψη έντασης, νιώθεις όμως το πάθος, την αγωνία, την αγανάκτηση που τις περιβάλλουν, και είσαι σίγουρος ότι πρόκειται για φωνές.
Γυναικείες φωνές, μαζί με κλάμα, όχι φόβου, ξέρεις από την πρώτη στιγμή πως με κάποιον τσακώνεται, κάποιος που κάτι της έκανε -ή δεν της έκανε-, κάποιος που την στενοχώρησε, κάποιος που δεν δικαιολόγησε τον σεβασμό της, τον χρόνο της, την αγάπη της.
Κάποιος που δεν μιλάει, δεν φωνάζει, δεν ακούγεται. Που η ενοχή του δεν του επιτρέπει να μιλήσει, που επιλέγει να κρατήσει μία στάση βουβή.
Σαν την στάση που κρατάς και σύ, ακούγοντας με ορθάνοιχτα -πλέον- μάτια, τη γυναίκα να φωνάζει, χωρίς να μπορείς να ξεχωρήσεις λέξεις, πέρα από μερικά "τίποτα" και μερικά "όχι". Που νιώθεις όμως την συναισθηματική της ένταση, την αγωνία της.
Όπως ακριβώς την νιώθει ολόκληρη η πόλη γύρω της, μπορείς να φανταστείς ομόκεντρους κύκλους με κέντρο την τραγική παρουσία της και ακτίνες που μεγαλώνουν αντιστρόφως ανάλογα σε σχέση με το πόσους συνανθρώπους κρατάει ξύπνιους.
Σε σχέση τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονται σε ημι-σκοτεινά δωμάτια, με τα μάτια ανοιχτά, χαμένοι σε μία βουβή κατάσταση συμπαράστασης.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

περί ουτοπίας, αριστεράς, δημοκρατίας

"Οφείλω να σας πω μια κακή είδηση: εγώ δεν είμαι ουτοπιστής. Και μια χειρότερη είδηση: Θεωρώ την έννοια της ουτοπίας ανώφελη και αρνητική, όπως είναι και η ιδέα ότι μετά τον θάνατό μας πηγαίνουμε στον παράδεισο. Θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια ότι υπάρχει ένα ζήτημα που είναι οργανικά συνδεδεμένο με την ουτοπία ή με την ουτοπική σκέψη ή με τη διακαή επιθυμία της ανθρώπινης ύπαρξης να βελτιώνει τη ζωή της όχι μόνον υλικά αλλά και πνευματικά και ηθικά: η αναζωογόνηση, η εκ νέου επινόηση της δημοκρατίας. Πριν μιλήσουμε για τον Δον Κιχώτη, πρέπει να πούμε ότι για τα 5 δισεκατομμύρια πρόσωπα που ζουν μέσα στην αθλιότητα η λέξη ουτοπία δεν σημαίνει απολύτως τίποτα (…).

Στην πραγματικότητα, ο Δον Κιχώτης δεν είναι ουτοπιστής. Στο βάθος είναι ένας πραγματιστής με την καλύτερη έννοια της λέξης, γιατί αυτή η λέξη μπορεί να έχει και ένα καλό νόημα. Σίγουρα οι λέξεις είναι κακότυχες. Τις κάνουμε ό,τι θέλουμε. Όταν λέω ότι δεν είμαι ουτοπιστής, οφείλω να πω με κάθε ειλικρίνεια ότι δεν μου αρέσει ο λόγος περί ουτοπίας, επειδή είναι ένας λόγος περί αυτού που δεν υπάρχει.

Ουτοπία, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ένας ου-τόπος. Δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο δρόμος για να φτάσουμε μέχρι εκεί, ούτε το πότε θα φτάσουμε, ούτε το αν θα φτάσουμε, αλλά το χειρότερο είναι η τρομερή παρεξήγηση στην οποία πέφτουν όλοι όσοι μιλούν για ουτοπία. Στο βάθος ουτοπία πρακτικά σημαίνει ότι εγώ, ως μέλος ενός συνόλου, χρειάζομαι ορισμένα πράγματα, αλλά έχω επίγνωση του ότι δεν μπορώ να τα έχω τώρα -επειδή οι εχθροί είναι πιο ισχυροί, επειδή μου λείπουν τα μέσα, επειδή οι καρποί δεν είναι ώριμοι- και επομένως λέω: καλά, αφού δεν μπορώ να τα έχω τώρα, θα τα αποκτήσω κάποτε. (…)


Η μεγάλη παρεξήγηση στην οποία πέφτουμε όλοι είναι ότι τοποθετώντας στο μέλλον εκείνο που χρειαζόμαστε σήμερα -αλλά που σήμερα δεν μπορούμε να το έχουμε επειδή μας λείπουν τα μέσα- ξεχνάμε κάτι πολύ απλό: αν αυτό που εμείς επιθυμούμε τώρα μπορούσε να υλοποιηθεί το 2043 ή σε 100-150 χρόνια, αν αυτό που για μας τώρα θα ήταν θαυμάσιο, η υλοποιημένη ουτοπία που θα μπορούσαν να έχουν σε 100-150 χρόνια οι απόγονοί μας, ποιος μας εγγυάται ότι θα τους ενδιαφέρει αυτό για το οποίο ενδιαφερόμαστε εμείς σήμερα;

Εγώ νομίζω, πιο απλά, λιγότερο ρητορικά και, αν μου το επιτρέπετε, λιγότερο δημαγωγικά, ότι ο μοναδικός τόπος στον οποίο πραγματικά η εργασία μας μπορεί να έχει αποτέλεσμα και αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να αναγνωριστεί, να συζητηθεί και να αμφισβητηθεί από μας, είναι η αυριανή μέρα. Το αύριο είναι η ουτοπία μας. Και με την εργασία που κάνουμε σήμερα, με τις μικρές μας ζωές και με τις σχετικές ελπίδες μας ότι αύριο θα είμαστε όλοι ζωντανοί, θα οικοδομηθεί το αύριο. Ας μη σκεφτόμαστε την ουτοπία.

Οταν ο Μπόρχες γράφει το «Πιέρ Μενάρ, συγγραφέας του Δον Κιχώτη», μιλάει για έναν άνθρωπο ο οποίος αφοσιώνεται στο καθήκον να γράψει τον Δον Κιχώτη παρά το γεγονός ότι αυτός έχει ήδη γραφτεί. Και τον γράφει με τα ίδια ακριβώς λόγια που χρησιμοποίησε ο Θερβάντες. Ένα καθήκον τόσο γιγάντιο, που παραμένει ατελές. Αλλά ο Μπόρχες εστιάζει στο γεγονός ότι ο Πιέρ Μενάρ έγραψε ένα διαφορετικό βιβλίο. Γιατί η λέξη δικαιοσύνη, για παράδειγμα, δεν σήμαινε για τον Θερβάντες, στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα, αυτό που σημαίνει για μας σήμερα.

Αν υπάρχει κάτι που χρειάζεται σήμερα η αριστερά περισσότερο από κάθε τι άλλο είναι μια ακριβής αναθεώρηση των εννοιών. Όπως έλεγα πριν, οι λέξεις είναι κακότυχες, υπάρχουν για να τις χρησιμοποιούμε όπως μας αρέσει και το χειρότερο είναι ότι μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί την ίδια λέξη για να πει πράγματα όχι μόνον διαφορετικά αλλά, πολύ συχνά, απολύτως αντίθετα. Γι‘ αυτό λέω ότι η πρώτη έννοια που η αριστερά πρέπει να ξαναδεί είναι η έννοια της αριστεράς. Τι είναι σήμερα η αριστερά και πού βρίσκεται; Βρίσκεται εδώ; Σαφώς βρίσκεται εδώ. Αλλά στην πολιτική σφαίρα πολλοί άνθρωποι μιλούν για την αριστερά σαν να επικαλούνται μάταια το όνομα του Θεού. Είχα πει ότι προτείνω να αφαιρεθεί η λέξη ουτοπία από το λεξικό. Όχι, ας την αφήσουν εκεί, αλλά ας την αφήσουν ήσυχη.

Υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα που πρέπει επειγόντως να επανεξεταστεί: εκείνο της δημοκρατίας. Η δημοκρατία είναι σήμερα μια δημοκρατία περιορισμένη, εξαρτημένη, ακρωτηριασμένη, επειδή η εξουσία των πολιτών, η εξουσία καθενός από μας, περιορίζεται στην πολιτική σκηνή στο να διώχνουμε μια κυβέρνηση που δεν μας αρέσει και να την αντικαθιστούμε με μιαν άλλη που ίσως να μας αρέσει. Οι μεγάλες αποφάσεις όμως παίρνονται σε μιαν άλλη σφαίρα και όλοι γνωρίζουμε ποια είναι αυτή: οι μεγάλες διεθνείς οικονομικές οργανώσεις, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, η Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου. Κανένας από αυτούς τους οργανισμούς δεν είναι δημοκρατικός. Πώς μπορούμε να συνεχίζουμε να μιλάμε για δημοκρατία, όταν αυτοί που πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο δεν έχουν εκλεγεί δημοκρατικά από τον λαό; (…)"

Ζοζέ Σαραμάγκου (στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ - Πόρτο Αλέγκρε, Ιανουάριος 2005)

Retrieved from http://ourania-rinakaki.blogspot.com/

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Second Life: Η απομυθοποίηση εκ των έσω


Ύστερα από παράπονα (εύλογα), συμπληρώνω..

Το παραπάνω comic είναι δημιούργημα της Tateru Nino, κατοίκου του Second Life και κατόχου του blog Dwell On It.

Στην πραγματική ζωή (Real Life/RL) είναι αυτιστική (για την ακρίβεια σύνδρομο Asperger) και στον εικονικό κόσμο του Second Life βρήκε έδαφος πρόσφορο να αναπτύξει κοινωνικές επαφές, πράγμα δύσκολο στην πραγματική της ζωή, για λόγους τουλάχιστον προφανείς.

Το Second Life χρησιμοποιείται από ερευνητικές ομάδες ως βοηθητικό εργαλείο για την βελτίωση συνθηκών ζωής ατόμων με ανάλογες παθήσεις, που η κοινωνικοποίησή τους είναι δύσκολη στην καθημερινότητα (όχι όμως αδύνατη λόγω της ασθένειας), προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερη άνεση και οικειότητα με ανθρώπους γύρω τους που δεν είναι γιατροί ή αντίστοιχο προσωπικό. Σε ρεαλιστικές συνθήκες κοινωνικοποίησης και με ενθαρρυντικά αποτελέσματα στην RL και στις "πραγματικές" τους διαπροσωπικές σχέσεις.

Για την ιστορία:
lol=laugh out loud (χρησιμοποιείται για να εκφράσεις το γέλιο σου σε εικονικούς κόσμους ή σε chat rooms)

wtf=what the fuck (χρησιμοποιείται για να εκφραστεί αγανάκτηση, έκπληξη, ενθουσιασμός)

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

πρωινό

"...αν είσαι σπίτι, τότε ετοιμάσου για Χαβάη..."

Κάπως έτσι ξεκινάει το τελευταίο καλοκαιρινό κυριακάτικο πρωινό του 2008. Με μουσικές, ήχους της πόλης, ήχους της φύσης.

Τρία είναι τα πράγματα που διακρίνω και ξεχωρίζω με την ακοή μου, λίγα λεπτά πριν ανοίξω τα μάτια μου. Τη μουσική από κάποιο διπλανό διαμέρισμα ή πολυκατοικία, που ξεκινάει με τη διασκευή της Πρωτοψάλτη, συνεχίζει με ένα κλασσικό ροκ κομμάτι, που μέσα στην νύστα μου αδυνατώ να εντοπίσω και που πλέον έχω ξεχάσει, και τελειώνει με ένα ελαφρολαϊκό ζεϊμπέκικο. Παράλληλα ακούγεται κάποιος να χτυπάει ένα σφυρί, προσπαθώντας να ακολουθήσει το ρυθμό της μουσικής χωρίς καμία επιτυχία -ειδικά στο ζεϊμπέκικο. Τέλος ακούγονται τα μπουμπουνητά.

Μπορεί σήμερα οι συνθήκες με τις οποίες ξύπνησα να ήταν ιδανικές, να μην έκαναν τίποτα άλλο από το να ανυψώσουν τη διάθεση μου. Μπορεί άλλες φορές να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, με την εκκλησία να χτυπά και να με ξυπνάει ξημερώματα, με βιαστικούς πάκκους (= ο τσαμπίκος κάγκουρας) να περνάνε κάτω από το μπαλκόνι μου με ανάλογα, δυσάρεστα, αποτελέσματα. Σε καμία περίπτωση τα πρωινά στην ελληνική μητρόπολη δεν είναι βαρετά.

Και αυτό οφείλεται σε τρεις λόγους. Πρώτον στην συγκέντρωση πληθυσμού σε μικρό κομμάτι γης, ή αλλιώς πυκνότητα. Δεύτερον στην συγκέντρωση διαφορετικών κατηγοριών πληθυσμού στο ίδιο κομμάτι γης, ή αλλιώς ανομοιογένεια. Και τρίτον παλιές πολυκατοικίες, ή αλλιώς ΟΧΙ κουφώματα αλουμινίου.


Η ΕΜΥ και η χτεσινή μέρα ήταν και ο δύο σαφείς για την έκβαση της σημερινής. Βροχή.

Το φθινόπωρο -ή καλύτερα ο χειμώνας- περισσότερο και από άγγλος στο ραντεβού του φτάνει μια μέρα νωρίτερα, κάνει αισθητή την παρουσία του με τον πιο ανακουφιστικό και γοητευτικό τρόπο, απομακρύνοντας τη ζέστη από την πρωτεύουσα, όπου πλέον αναδύει η υπέροχη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος -κάπου υπάρχει, πρέπει να ψάξουμε να το βρούμε- και δίνοντας τη δυνατότητα να αράξεις στον καναπέ με τις κουρτίνες ανοιχτές και να χαζέυεις τη βροχή.

Καλό χειμώνα!

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

θέρμαι

Ή πως ένα αστικό κενό μετατρέπεται σε ένα "περιφραγμένο" ιδιωτικό χώρο.

Αν και αφορά την τοπική κοινωνία της Ρόδου, όπου και το τελευταίο δίμηνο-τρίμηνο αποτελεί σχεδόν καθημερικό πρωτοσέλιδο στις τοπικές εφημερίδες -αν εξαιρέσει κανείς την εβδομάδα της φωτιάς στη ν. Ρόδο- στην ουσία αποτελεί μία παρατήρηση που πιθανώς μπορεί να απαντηθεί και σε άλλες πόλεις όταν οι τοπικές εξουσίες βρίσκουν λύσεις, τις οποίες προτείνουν και εφαρμόζουν, χωρίς πιθανώς να έχει γίνει η απαραίτητη μελέτη, ή να έχουν εξεταστεί πλήθος εναλλακτικών, κοιτώντας συχνά μόνο οικονομικά οφέλη.

Χωρίς να σχολιαστούν οι -τοπικές- πολιτικές προεκτάσεις του ζητήματος, οι οποίες αναμφίβολα είναι πολλές και ιδιαίτερα σημαντικές, επιλέγεται να σχολιαστούν τα όσα σχετίζονται με τον, μέχρι ένα σημείο, δικό μου τομέα και που, αν μη τι άλλο, έχουν σαφείς -γενικές- πολιτικές προεκτάσεις.

Αφενός, λοιπόν, έχουμε την ύπαρξη ενός πρώην ιδιωτικού χώρου -πισίνα και αυλή του ξενοδοχείου Θέρμαι- και νυν αστικού κενού και σκουπιδότοπου στο κέντρο της πόλης, ανάμεσα σε τρεις βασικούς οδικούς άξονες και πολύ κοντά σε μνημεία και τοπόσημα αυτής. Αφετέρου έχουμε την προσπάθεια αξιοποίησης αυτού του χώρου, την μετατροπή του από αστικό κενό σε κάτι άλλο, που δεν ορίζεται, από κάποια δημόσια τοπική αρχή, με κανέναν άλλο τρόπο -αρχιτεκτονικό, πολεοδομικό ή μη- εκτός από την οικονομική του αξία. Τα πάντα έχουν μία τιμή και αυτή, λοιπόν, είναι αρκετή για να τα χαρακτηρίσει, να τα προσδιορίσει, να τους δώσει υπόσταση.

Η προσπάθεια αξιοποίησης του χώρου κρίνεται κατ'αρχήν σίγουρα θετική, κανένας δεν θέλει ένα αστικό κενό στην πόλη του. Από εκεί και πέρα όλα κρίνονται λάθος.

Η ουσία της παρατήρησής μου έγκειται στο γεγονός της ιδιωτικοποίησης του εν λόγω χώρου -που σε καμία περίπτωση δεν έχει αμελητέα έκταση- και κυρίως στην παραχώρηση αυτού σε έναν μόνο ενδιαφερόμενο. Το μέγεθος και η θέση του οικοπέδου μέσα στην πόλη, του δίνουν από μόνα τους το χαρακτήρα πλατείας. Η μη ύπαρξη οποιουδήποτε κτίσματος με κάποια σημαντική λειτουργία -τουλάχιστον όσο θυμάμαι- μέσα στα όρια του οικοπέδου -αν εξαιρέσει κανείς το περίπτερο που βρίσκεται στη γωνία-, ενισχύει την άποψη αυτή.

Κάποιος μπορεί να υποστηρίξει πως ανέκαθεν ο χώρος ήταν ιδιωτικός -δεν γνωρίζω άλλωστε πως ήταν το οικόπεδο όταν η πισίνα είχε νερό και η αυλή ήταν γεμάτη κόσμο, πιθανώς τους πελάτες του ξενοδοχείου- και άρα αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια με ένα κενό 20 (;) χρόνων. Το θέμα όμως είναι πως οι πόλεις αλλάζουν, εξελίσσονται. Όπως το Θέρμαι έχει πάψει προ πολλού να είναι ξενοδοχείο, έτσι κ ο χώρος μπροστά του έχει σχεδόν αποποιηθεί τον χαρακτήρα του ιδιωτικού.

Είχε, λοιπόν, η αρμόδια αρχή τη δυνατότητα -αν όχι την υποχρέωση- να διαχειριστεί το χώρο με την ιδιότητα που έχει πλέον αποκτήσει, αν όχι στο σύνολό του, τουλάχιστον σε κάποιο κομμάτι του.

Η ιδιωτικοποίηση θα μπορούσε, και πάλι να αποτελέσει βήμα προόδου από το αστικό κενό που ήταν πριν το οικόπεδο, αν γινόταν κάτω από διαφορετικές προϋποθέσεις και κυρίως αν δεν αφορούσε μόνο μία εταιρεία. Με το να παραχωρείται το οικόπεδο σαν σύνολο σε ένα και μοναδικό ενδιαφερόμενο, σημαίνει πως ο τελευταίος μπορεί να το εκμεταλλευτεί με όποιο τρόπο θέλει -ακολουθώντας ή όχι τον νόμο-. Θα μπορούσε, λοιπόν, να κτίσει περιμετρικά του οικοπέδου έναν τοίχο δυόμιση μέτρα -στο χώρο του φανταστικού (;)- και να μετατρέψει τον εν δυνάμει δημόσιο χώρο σε μία περιφραγμένη αυλή.

Μπορεί ο τοίχος να μην υπάρχει, η ιδίοτητα του ιδιωτικού όμως είναι σαφής. Κανένας δεν πρόκειται να μπει σε αυτό το χώρο αν δεν θέλει να κάτσει στο caffee που λειτουργεί ή να προβεί σε συνήθειες τοπικών κοινωνίων, όπως "να κόψει κίνηση" και να διαμορφωθεί μία από τις γνωστές πασαρέλες. Ακόμη και στην περίπτωση της μερικής ιδιωτικοποίησης του οικοπέδου ή στην μίσθωση σε περισσότερους από έναν ενδιαφερόμενους τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά καθώς θα υπήρχαν ενδιάμεσοι χώροι, πιθανώς στη δικαιοδοσία του δήμου και οι οποίοι θα μπορούσαν να διαδραματίσουν το ρόλο πλατείας.

Μπορεί η σημερινή κατάσταση του χώρου να είναι σαφώς καλύτερη από τον επί χρόνια σκουπιδότοπο, σε καμία περίπτωση δεν είναι δημόσιος χώρος, με όσα θετικά μπορεί αυτός να συμπαρασύρει, και σε μία πόλη που παρ'όλη την ομορφιά και την οργάνωση της, η έλλειψη τέτοιων χώρων είναι τουλάχιστον εμφανής.


Πέμπτη 31 Ιουλίου 2008

aftermath

Outside.

Outside it’s sunny. You decide to go for coffee with your friends.. You speak in msn, you make the proportional calls. Suddenly you realise that you have a work for the university. But you don’t care. You are at Kunsthalle, drinking Kaffee Latte and hear around you German and English.

Outside it’s windy. You come out from the exit of underground with the rolling stairs. The force of air helps you to have your eyes closed. You are realived.. You keep in your hand a small suitcase. You were probably somewhere travelling. Suddenly you realise that you are tired. But you don’t care. You are outside of your home's door, outside of your castle.

Outside it’s cloudy. You are working with your university team. You wait for the sun to come out.. Suddenly you realise that you are already 6 hours together. But you don’t care. You are at Meidlinger Markt and preparing the final public presentation (at last!) of your project.

Outside it’s hot. You wear your swimsuit. Fortunately.. You try to stretch out your perfect(!) body on the uncomfortable grass. Suddenly you realise that you miss the sea. But you don’t care. You are at the Donauinsel and swimming in the Danube.

Outside it's raining. You wonder why during the summer the weather here sucks. Suddenly you realise that you are waiting for somebody, which has been late. But you don’t care. You are at the Opera and you seat by her steps so that you don’t get wet.

by Maria Oikonomou,
with special thanks for expressing all our feelings in a few words..

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

_background 2

(...) Μπορεί να μην γνωρίζεις τους γείτονές σου, εδώ στην ελληνική μητρόπολη. Μπορεί να μην έχεις ανταλλάξει μαζί τους παρά μόνο μερικές κρύες καλημέρες, μπορεί να μην έχεις το θάρρος και την οικειότητα που απαιτείται για να τους ζητήσεις να πιείτε ένα καφέ ένα απόγευμα στο δικό σου μπαλκόνι, αντί να κάθεται ο καθένας μόνος στο δικό του.

Ωστόσο τους γείτονές σου τους ξέρεις. Τους μαθαίνεις με τον καιρό. Ξέρεις πως εκεί απέναντι, σε μια πολυκατοικία που δεν γνωρίζεις την είσοδό της, ζει μια κυρία μεγάλη, που τα απογεύματα σιδερώνει, ενώ χαζεύει την Μαρία και τις ειδήσεις των 8. Ξέρεις πως στο σπίτι στην άλλη μεριά του δρόμου σου κατοικεί μία γιαγιά, μόνη της, στο διώροφο σπίτι που αυτή τη στιγμή αποτελεί τη μοναδική οπτική φυγή του μπαλκονιού σου προς το Λυκαβηττό. Την νιώθεις όταν έχει μισο-ανοιχτή, μισο-κλειστή την εξώπορτα και σε χαζεύει, σε παρατηρεί, θέλει κα προσπαθεί να σε μάθει. Από απόσταση, εκ του ασφαλούς. Ξέρεις πως στο μπαλκόνι με την ψάθα μένει μια οικογένεια αλλοδαπών, με δύο πιτσιρίκια, που τα απογεύματα γεμίζουν το δρόμο με τις φωνές τους, προσπαθώντας να σκεπάσουν τον ήχο του ζαριού στο τάβλι του μπαμπά.

Και όταν μια μέρα βλέπεις το μπαλκόνι άδειο, χωρίς την ψάθα γύρω γύρω, και με μερικούς κουβάδες μπογιάς στη γωνία, καταλαβαίνεις πως κάτι έγινε. Και κάπως νιώθεις.

Γιατί τους γείτονές σου δεν τους γνωρίζεις, δεν σου συστήνονται ποτέ. Σε παρατηρούν και τους παρατηρείς, όμως, σε μια διαδικασία καθημερινή, αναίτια και άσκοπη. Όπου, αντί να χαζεύεις την τηλεόρασή σου, χαζεύεις το ζωντανό reality της πόλης σου. Όπου άνθρωποι φεύγουν και έρχονται, κινούνται, αλλάζουν, πληθαίνουν, ελαττώνονται, εμφανίζονται και εξαφανίζονται.

Και δεν θα τους ξαναδείς ποτέ.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

σαν να μην πέρασε μια μέρα (;)

(Ύστερα από απαίτηση... Και αφού δεν είχα όρεξη ή σκοπό να γράψω...)

Κάπως έτσι είναι, λοιπόν, τα πράγματα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Άφησα την Αθήνα κρύα, παγωμένη, χιονισμένη, άδεια. Την βρήκα ζεστή, καυτή, ηλιοκαμένη, άδεια. Αυτές είναι κ οι μόνες διαφορές.

Ή κάπως έτσι ΝΟΜΙΖΑ πως είναι τα πράγματα. Τουλάχιστον στην αρχή.

Ανέκαθεν -όπως ήδη προσωπικά εξήγησα- ήμουν προσαρμοστικός. Δεν χρειαζόμουν χρόνο προσαρμογής, ή έστω αξιοσημείωτο χρόνο προσαρμογής. Ύστερα από ταξίδια, με την επιστροφή στην Αθήνα -αν θεωρήσουμε πως αυτή είναι η βάση μου τα τελευταία 5 χρόνια- τα πράγματα έμπαιναν στους κανονικούς τους ρυθμούς.

Το ίδιο αισθανόμουν και 4 κ κάτι μήνες μετά. Το μεγαλύτερο διάστημα που έμεινα μακρια από την Ελλάδα, το σπίτι μου. Ένα διάστημα που έκανα σπίτι μου την Βιέννη, το 5110 στην Molkereistrasse. Που μπήκα σε άλλους ρυθμούς, άλλες γειτονιές, άλλους ανθρώπους.

Σίγουρα χρειάστηκα χρόνο. Για να συνηθίσω να μιλάω πάλι στην καθημερινότητά μου ελληνικά, και να μην λέω excuse me στο supermarket, για να μπορέσω να ξανα-κατατοπιστώ στον ΑΒ της γειτονιάς και να μην τον μπερδέυω με τα billa, για να μην ανοίγω το ντουλάπι μου κάτω από τον νεροχύτη της κουζίνας ψάχνοντας τα σκουπίδια.

Δεν είναι όμως αυτός ο χρόνος που έχει σημασία. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ένα μεγάλης διάρκειας jet lag, που δεν οφείλεται στην διαφορά της ώρας αλλά στο μεγάλο του διαστήματος.

Πρέπει να συνηθίσω, λοιπόν, πάλι στο παλιό μου σπίτι, στην παλιά μου γειτονιά, στους ανθρώπους που ήμουν μέχρι 4 κ κάτι μήνες πριν.
Το πρώτο είναι το μοναδικό που δεν χρειάστηκα να εξερευνήσω πάλι από την αρχή. Όπως το βρήκα, έτσι το άφησα, λίγο πιο σκονισμένο, πολύ πιο ζεστό, τέλος.
Η δεύτερη, σε καμία περίπτωση με τον αυστηρό της ορισμό -τα διπλανά σπίτια, τους ανθρώπους που κατοικούν κοντά μου- αλλά περισσότερο ως οι ρυθμοί της πόλης, οι συνήθειες των κατοίκων είναι κάτι που χρειάζεται χρόνο του αλλά είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικό. Ούτως ή άλλιως σε αυτή την πόλη έχεις ζήσει τα 5 τελευταία χρόνια, έχει μπει σχεδόν στο πετσί σου, με αυτούς τους ανθρώπους συναναστρέφεσαι, όπως και τα 18 προηγούμενα χρόνια της ζωής σου, όσο μακριά και απο την πρωτεύουσα να μεγάλωσες, τις ίδιες συμπεριφορές αντιμετώπιζες, τις ελληνικές.
Το τρίτο είναι το χειρότερο. Το πιο δύσκολο. Οι άνθρωποι, που ζητούν χρόνο για να τους γνωρίσεις ξανά, από την αρχή. Πόσο και πως έχουν αλλάξει, πόσο και πως έχεις αλλάξει.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

onthewayBack

Λίγες μέρες πριν μπω στο αεροπλάνο για την επιστροφή στην Αθήνα. Ύστερα απο 4μιση μήνες.

Η Βιέννη είναι όμορφη. Έτσι κ αλλιώς. Μου είπαν ότι βρίσκεται μέσα στις 5 πόλεις παγκορμίως με το καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Και μπορώ να φανταστώ και να καταλάβω τους λόγους. Πράσινο, πάρκα, καθαριότητα, υποδομές, συγκοινωνίες. Άνθρωποι χαλαροί, χωρίς άγχος, χωρίς τρέξιμο. Πρόκειται για μία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με όσα καλά μπορεί αυτός ο χαρακτηρισμός να κουβαλάει μαζί του και με τα επιπλέον θετικά του μικρού μεγέθους. Δεν είναι αχανής, οι αποστάσεις είναι μικρές, λειτουργικές. Με πληθώρα επιλογών, δυνατοτήτων.

Δεν παύει να είναι όμως μια βαρετή πόλη. Πολύ ήσυχη.

Η Βιέννη μ'αρέσει πολύ, όχι όμως επειδή με γοήτευσε σαν πόλη. Δεν με τράβηξε ο παλμός της, ο ρυθμός της, δεν με άγγιξε το κλίμα της, το κλίμα των ανθρώπων της. Η Βιέννη μ'αρέσει γιατί την έζησα όπως την έζησα. Με πολλούς καλούς φίλους από όλη την Ευρώπη, κάθε βράδυ σε μέρη διαφορετικά, με συζητήσεις διαφορετικές, με χορό, με τραγούδι. Δεν θα μου λείψει, άλλωστε και τίποτα άλλο. Αυτά και μόνο.

Τη Βιέννη την αγαπώ γιατί την έζησα όπως την έζησα. Και δεν θα μπορούσα να τη ζήσω αλλιώς.


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

details

Ωραία κτίρια μπορούν να φτιάξουν πολλοί. Διάσημοι, άγνωστοι, έλληνες, ξένοι. Κτίρια με ποιότητες χώρων, εξωτερικών, εσωτερικών, ημιυπαίθριων. Με φαντασία, αρμονικές αναλογίες, ενδιαφέρουσες όψεις.


Αυτό, όμως, που συγκινεί εμένα περισσότερο δεν είναι άλλο από τις λεπτομέρειες. Μικρά στοιχεία, κομμάτια του κτιρίου που αναδεικνύουν την ευαισθησία, την
οπτική του αρχιτέκτονα, την ολοκληρωτική μελέτη του πάνω στο κτίριο. Που ξεχωρίζουν τους εν λόγω αρχιτέκτονες από μεγάλα αρχιτεκτονικά γραφεία που, σε μία -αγωνιώδη όσο και απαραίτητη (;) στα σύγχρονα πλαίσια του μάρκετινγκ- προσπάθεια παγκοσμιοποίησης της αρχιτεκτονικής, αναλώνονται σε μεγάλα έργα με αναμφισβήτητες ποιότητες όπου όμως λείπει η ευαισθησία στον χειρισμό των λεπτομερειών. Των υλικών, των χρωμάτων, των επιφανειών.


Κάπως έτσι, η αρχιτεκτονική γίνεται τέχνη και η πολυπλοκότητα μαεστρία.

(Photos from: Olympic archery range for the 1992 Summer Olympics, Vall d'Hebrón, Barcelona, architect Enric Miralles)