Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

memory

(...) Moreover, a quite interesting part of the research project analyzed above, was a connection between the interactive, real time, informational map of SL with the real world online mapping (google maps/earth, GIS as well) (...).

Συνεχίζοντας απο εκεί και πηγαίνοντας κάπου εντελώς διαφορετικά.

Κατεβαίνω το royal mile, ή αλλιώς τον δρόμο που κάποτε έπαιρναν οι ντόπιοι βασιλιάδες για να κατέβουν από το κάστρο του εδιμβούργου προς τα ανάκτορα, και που πλέον είναι ό,τι πιο τουριστικό έχει να επιδείξει η πόλη, παρόλ'αυτά πολύ γραφικό και όμορφο. Και -πολύ λογικά- γεμάτο με τουρίστες και ξεναγούς. Άλλοι σοβαροί και (ψιλό)κουστουμάτοι, άλλοι πιο χύμα και προσιτοί, σε διάφορες γλώσσες να λένε πάνω-κάτω τα ίδια παραμύθια.

Το εντυπωσιακό είναι αυτό το πάνω-κάτω. Προφανώς και ο καθένας τους έχει κάποιες γνώσεις ιστορίας, ίσως έχει και κάποιες αναμνήσεις να αφηγηθεί, τελικά αυτό που ενδιαφέρει -τον επισκέπτη- όμως δεν είναι μία πιστή και εξακριβωμένη ιστορικά αφήγηση γεγονότων, αλλά μια αληθοφανής εκδοχή μιας/της ιστορίας. Και μάλλον εντυπωσιακή.

Έχοντας στο μυαλό μου τα digital media (που φροντίζουν να μην βγαίνουν εύκολα από την σκέψη μου) και κυρίως το απόσπασμα που παραθέτω παραπάνω από το research proposal σκέφτομαι το google maps/earth και το σύνολο των φωτογραφιών που έχουν ανέβει online για μέρη σε όλο τον κόσμο + τις 3d απεικονίσεις του earth/ή τη δυνατότητα εικόνας 360 μοιρών που σου δίνει το street view και έτοιμο το puzzle!

Προφανώς είναι πλέον πολύ πιο εύκολο να έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες για περιοχές που δεν έχουμε επισκεφτεί. Μπορούμε να υποθέσουμε, επίσης, ότι η κάθε εικόνα μπορεί να μας δημιουργήσει αναμνήσεις. Ή τέλος πάντων, η κάθε εικόνα να έχει επίδραση σε κάτι μεταξύ της μνήμης/αντίληψης/φαντασίας μας (memory/perception/imagination).

Οπότε φτάνουμε κάπου εδώ:

Can we really talk about constructed memory because of the digital media? Or maybe we should rephrase saying that the boundaries among memory/perception/imagination become more blurry on the informational age?

What happens is that anyone can easily access interactive/informational maps. Maps of real/built environment, where he/she can not only process various information referring to the area of interest, but also see pictures of the area. According to the engine being used, he/she can either have a panoramic view of the neighborhood (google street view) or a 3d model (google earth). Thus, our perception of an area we've never been to becomes more and more clear. Virtual worlds like SecondLife also offer the possibility to the user/citizen to experience a walk close/through monuments or characteristic spots of almost every (very real) city.

Even though it's quite far from someone to be confused between real/virtual it becomes much more common every day to use digital media in order to recognize areas through interactive and informational mapping. The more we use it, the more familiar it gets. How far are we actually from having constructed memories of places we've never been to? From neighborhoods seen only through google's applications or 3d virtual worlds?

research(ing)@edinburgh

Αντιγράφω (και) εδώ το research proposal με το οποίο έγινα δεκτός στο msc by research digital media and culture του university of edinburgh.

Απλά για να είναι η αρχή στο νήμα που (ελπίζω) θα ξετυλιχτεί σιγά σιγά.

Έχουμε και λέμε:


One of the most up-to-date research interests worldwide is about the commitment of computers and networking in social life. Phenomena known as Web 2.0, social networking (facebook, twitter, etc), blogging, free/open source software (linux) tend to set completely different bases on the way we think about everyday actions, such as socializing. My topic of research interest includes 3d virtual worlds (like Second Life), social media (like facebook, twitter, linkedin etc) and the way they transform the human profile. Researchers believe we are living in an era resetting the human profile into a dual (virtual and real) one, where every person tries already to find how to manage his/her time/work/pleasure between his/her virtual and real profile.


A key point of my academic career has been my research project regarding the, very famous at the moment, virtual world of Second Life (SL), and its historical, sociological and architectural parameters. Running through the history of online gaming/socializing can be noticed the progress of the way people used to understand/imagine/live in virtual space, from the very first MODs/IRC (internet relay chat), where text-based environments recreated virtual worlds/while the term “chat-room” also refers to a space-based socialization, to the 3d virtual, real time worlds, where it's on user's virtual (or not) hands to create his/her own (still virtual) world/house/decoration/clothing/body/self. Questions arise on the way such online platforms can be used to rethink on, among others, architectural issues, based on space. If and how, for example, can scripting [a necessary way of creating in the world of SL used by everybody (including architects) when at the s ame time the very same tool is used in real architectural projects, considered to be the mainstream creating procedure] be tested in a unreal (from the materialistic aspect), yet full of socialization, environment.


Moreover, a quite interesting part of the research project analyzed above, was a connection between the interactive, real time, informational map of SL with the real world online mapping (google maps/earth, GIS as well), where tons of information seems to be really easily and widely accessible, sometimes even more than (what is supposed to be) normal, considering the violation of human rights and personal data. On the contrary, from personal experience, I could dare to guess that younger people tend to be much more revealing about their personal info, than older ones, since they're more familiar in using/understanding(?) digital media. A research in the change of human profile and the way people tend to think about what is personal and what is not, what can be pinched on our (virtual) wall and what not, the (new) boarders of our hidden area, sounds quite interesting.



Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

back


this ground was purchased by his family,
consisting of 9 feet in length
and 3 feet in breadth


Πίσω, λοιπόν, από Εδιμβούργο.

Let's see.


Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

lost vs ΕΣ

..όταν και τα δύο βρίσκονται κάπου στα τελειώματά τους..


Χωρίς να θέλω να πω οτιδήποτε σημαντικό, έχω να παρατηρήσω το εξής.

(Ξανα)Βλέποντας μανιωδώς τον
5ο κύκλο του lost, αρχικά για να τον θυμηθώ και να μπορέσω να παρακολουθήσω αναπόσπαστος τον 6ο και τελευταίο, κυρίως όμως για να καλύψω την πλήξη των τελευταίων ημερών στον εσ, χαζεύω τα επεισόδια όπου οι oceanic 6 επιστρέφουν στο νησί, ο καθένας για να αντιμετωπίσει δικά του προβλήματα (άλλωστε δεν υπάρχει persona εκεί μέσα που να μην χαρακτηρίζεται επιεικώς προβληματικός), και όπου ο Sawyer, ως La Fleur πλέον, αναλαμβάνει να τους εντάξει στην (επί 1977?) dharma initiative, παρουσιάζοντας την λογική σύμφωνα με την οποία η εν λόγω οργάνωση/πρωτοβουλία/σύνολο_από_ψυχάκια επιλέγει και τοποθετεί τα νέα μέλη της σε διάφορες θέσεις. Έτσι ο Jack γίνεται καθαρίστρια, η Kate μηχανικός αυτοκινήτων και ο Hurley μάγειρας (το μόνο επιτυχές).

Μέχρι στιγμής όλα καλά, τίποτα δεν φαίνεται περίεργο, έως ότου φτάνει ένα πρωινό στο γραφείο στο οποίο έχω επιλεγεί να μπω στον εσ ως ο λεγόμενος γραφιάς. Και που πρέπει να φτιάξω μία λίστα με τους εποπ της μονάδας, την ειδικότητα που τους έχει ανατεθεί από την υπηρεσία, όπως αποκαλείται ο εσ στους εν λόγω κύκλους (θα μπορούσε κανείς άραγε να τον μεταφράσει/παραφράσει στα αγγλικά the ΕΣ initiative;), και που διαπιστώνω πως η διαδικασία δεν έχει μεγάλη διαφορά από εκείνη που περιγράφεται στην δημοφιλή αμερικάνικη σειρά. Ο τάδε είναι σκαπανέας-ξυλουργός, ο δείνα σκαπανέας-υδραυλικός, ο χ οδηγός οχήματος, ο ψ οδηγός ταχυπλόου σκάφους και πάει λέγοντας.

Η κατάληξη της dharma initiative, είναι γνωστή σε όλους τους φίλους της σειράς, κατέληξαν μηδενός εξαιρουμένου σε έναν τεράστιο λάκο. Οι συνειρμοί είναι εύκολοι, ειδικά για κάποιον που έχει περάσει από την τελευταία αυτή εξαιρετικά βαρετή φάση του εσ.

το παραπάνω δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου στην σκέψη ενός οπλίτη που μόλις έχει τελειώσει ένα (ακόμη) επεισόδιο lost και βρίσκεται λίγο πριν πάει στην πύλη για μία (ακόμη) σκοπιά

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

ροή

Ξυπνάς το πρωί, νωρίς για τα δεδομένα όπως αυτά πρέπει να είναι, όπως και ήταν μέχρι μερικούς μήνες πριν, αργά όμως για τα δεδομένα τα τωρινά... Βάζεις το αυτοκίνητο μπροστά, περιμένεις τη μηχανή να ζεστανει (και όχι η μηχανή να ζεστανει λες και το διαλέγει, λες και έχει προσωπικότητα), βάζεις το σιντι να παίζει και ακούς μουσικές που σε ταξιδεύουν, σε πηγαίνουν σε μέρη που ήσουν, σε μέρη που θα πας, σε μέρη που δεν θα δεις ποτέ!.. Ακούς μουσικές που ταξιδεύουν από μόνες τους, ξεκίνησαν από έναν γνωστό στα βόρεια και δυτικά, μπήκαν τυχαία σε ένα αυτοκίνητο στην πρωτεύουσα, ταξίδεψαν μαζί του νοτια και ανατολικά όσο δεν παει και μέσα από φίλους και γνωστούς αλλάζουν χέρια, παρέα με μια ιστορία που λέει ότι τα βρήκα από εναν φίλο που κάναμε μαζί φαντάροι που τα βρήκε από την κοπέλα του που τα βρήκε από εναν φίλο της που τα εγραψε κάποια στιγμή σε ενα μαγικό σιντακι! Και δεν σε νοιαζουν οι λεπτομέρειες, δεν θα επρεπε κιόλας, φροντίζεις μόνο να θυμάσαι πρόσωπα, καταστάσεις, συναισθήματα, εν τελει μουσικές!

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

διάφορα

2+ μήνες αποχής από την online -δωρεάν- ψυχανάλυση του blogspot.

2+ μήνες λόγω. α. διπλωματικής. β. στρατιωτικής θητείας.

Αυτά που ακολουθούν είναι οι (πρώτες) σκέψεις του υποφαινόμενου στις άπειρες ώρες αναμονής και ατελείωτης βαρεμάρας που του προσφέρει ο Ε.Σ. που αναθεωρούνται διαρκώς. Απλά έχει ενδιαφέρον και πλάκα (;) η καταγραφή τους στο δημόσιο αυτό ημερολόγιο.

Μπαίνοντας στην παλαβομάρα που ονομάζεται Ε.Σ. (Ελληνικός Στρατός μη.χε.), μέσα στο ψάρωμα, το άγχος της πρώτης_δεύτερης_τρίτης_όχι παραπάνω μέρας, έχεις άπειρο χρόνο να κάψεις τα εγκεφαλικά σου κύτταρα με σκέψεις όπως:

Ο Ε.Σ. είναι μια μηχανή μαζικής παραγωγής κόμπλεξ. Ανωτερότητας, κατωτερότητας και δεν ξέρω τι άλλο. Όπου ο καθένας γίνεται κάτι γυαλίζοντας σωστά και τακτικά τα παπούτσια του, ξυρίζοντας τη μούρη του καθημερινά, χτυπώντας προσοχή με όση περισσότερη δύναμη έχει και φωνάζοντας το όνομά του μέχρι να ευχαριστηθεί ο λοχαγος, λοχίας, επιλοχίας, δόκιμος και ο καθένας (αφού όλοι είναι από πάνω σου). Στο δημοτικό σου φώναζε ο δάσκαλος επειδή έκανες λάθος στην ορθογραφία και πιθανώς έκλαιγες. Στο γυμνάσιο επειδή δεν καταλάβαινες τη φυσική (είχες μεγαλώσει αρκετά για να βάλεις τα κλάμματα), στο λύκειο επειδή δεν ένιωθες στα ολοκληρώματα, στο πολυτεχνείο επειδή αντιδρούσες στις συνθετικές του απόψεις (ενδεχομένως). Στο στρατό επειδή δεν ξυρίστηκες. Πολλοί είναι στα πρόθυρα να βάλουν τα κλάμματα ξανά.

Ο Ε.Σ. στερείται αισθητικής. Καλό ε; Και προφανώς δεν εννοώ (μόνο) τα χακί, την αθλιότητα των εγκαταστάσεων, τα χάλια του στρατοπέδου, που στο φινάλε έχουν και μια άλφα πλάκα, αν μπορεί να τα δει κάποιος από μακριά. Εννοώ κυρίως την έλλειψη οποιασδήποτε αισθητικής των στελεχών του. Κάποιος μπορεί να είναι άσχημος (με όσα αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να συλλέξει κανείς), μπορεί να ντύνεται κακόγουστα και να μην σου δημιουργεί καμία αίσθηση να του μιλήσεις. Και όταν ανοίξει το στόμα του και πει πέντε κουβέντες, να αποδειχτεί τόσο νορμάλ, που να μην σε νοιάζει πλέον η εξωτερική εμφάνιση, το ντύσιμο ή οτιδήποτε άλλο, αφού και ο λόγος, η λογική, η νοοτροπία, έχουν και αυτά μία αισθητική. Η οποία είναι παντελώς απούσα ακόμα και στους καλύτερους των στελεχών του Ε.Σ.

Τα παραπάνω ήταν οι πρώτες σκέψεις, οι οποίες αναθεωρούνται, όπως είπα. Ήδη έχω αμφιβολίες, αλλά επειδή δεν ξέρω που οδηγούμαι, γιαυτό εμμένω στα παραπάνω και μπορώ να τα υποστηρίξω περαιτέρω.. χοχο!

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

ζήτω!

Δύο (τρία;) βράδια πριν, όταν ο πρωθυπουργός βγήκε στην tv για το περίφημο διάγγελμα που θα αποσαφήνιζε το δίλημμα εκλογές ή ανασχηματισμός, ο υποφαινόμενος απλώνει τα ρούχα. Έχει παράλληλα την tv ανοιχτή στον πρωθυπουργό για να ακούει τους λόγους για τους οποίους πήρε τις όποιες αποφάσεις. Και κάπου ανάμεσα στα προβληματισμένα λόγια του πρωθυπουργού ακούγεται μία φωνή από την γειτονιά (χάρη στην ζέστη τα παράθυρά μας είναι ακόμα ορθάνοιχτα, άρα και η γειτονιά έχει αποκτήσει έναν πιο ανάλαφρο και ελεύθερο ορισμό), μιας κυρίας που θα την τοποθετούσε κανείς στο ηλικιακό γκρουπ 50-70 και που θα την φανταζόταν το ίδιο άτομο όρθια μπροστά στην tv με ένα χαμόγελο απ' αυτά που υποδηλώνουν περηφάνεια, συγκρατημένη χαρά, κατανόηση, να φωνάζει "μπράβο!".

Το ανησυχητικό ήταν ότι η γειτόνισσα αναφερόταν στον πρωθυπουργό. Σε αυτόν φώναζε, αυτόν παρότρυνε να συνεχίσει, αυτόν συνέχαιρε για τις αποφάσεις του (να πάει τη χώρα σε εκλογές επειδή η οικονομία μας πάει από το κακό στο χειρότερο και για να αποδείξει στο πασοκ ότι μπορεί εκεινοι να φωνάζουν για εκλογές αλλά στην ουσία το ίδιο απροετοίμαστοι είναι και οι δύο και προκειμένου ο καλός πρωθυπουργός να μην υποβάλλει τη χώρα σε μια δαπανηρή προεκλογική περίοδο 5-6-7 μηνών, να τις κάνουμε τώρα τις -εξίσου δαπανηρές- εκλογές και ότι γίνει έγινε, έτσι κ αλλιώς το καινούριο pro evolution soccer μόλις βγήκε άρα και ως αξιωματική αντιπολίτευση κάτι θα βρω να κάνω).

Ήταν, λοιπόν, (ο υποφαινόμενος) παρών σε ένα αστικό γεγονός από εκείνα που συχνά πυκνά συμβαίνουν στην ελληνική μητρόπολη, επειδή όπως έχω ξαναπεί υπάρχει η πολυκατοικία, η ζέστη και η πυκνότητα, και όπου μπορείς να γνωρίσεις τους γείτονές σου από τέτοιες αντιδράσεις. Χωρίς να ξέρεις το όνομα, χωρίς να ξέρεις το πρόσωπο, γνωρίζεις ότι στο ισόγειο μένει η κύπρια που μιλάει με την φίλη της μετά τις τρεις στο τηλέφωνο και κουτσομπολεύει τους γκόμενούς της, απέναντι η γιαγιά που σιδερώνει παρέα με τις ειδήσεις των 8, τώρα η "τυφλή" υποστηρήκτρια του πρωθυπουργού, που δεν έχει σε τίποτα να βγει και να φωνάξει "μπράβο!" και "ζήτω!" σε λόγια παράλογα που απαντούν σε καταστάσεις κωμικοτραγικές.

Πού αλλού όμως εκτός από την ελληνική (ή οποιαδήποτε) μητρόπολη και την ανωνυμία που αυτή κουβαλάει μαζί της, θα μπορούσε κανείς να ζήσει το παραπάνω γεγονός; Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ με ευκολία την ίδια κυρία να βγαίνει στο επαρχιώτικο μπαλκόνι της (εκτός κ αν αυτό είναι βαμμένο μπλέ και αντί τον Κύριο πάνω από το τραπέζι υπάρχει στολισμένη η εικόνα του καρατζαφέρη, -ουπς- του κωστάκη) και στα αντίστοιχα λόγια του πρωθυπουργού να φωνάζει με την ίδια άνεση τα ίδια επιφωνήματα.

Επί της ουσίας θεωρώ ότι είναι ανησυχητικό που σε μία κατάσταση γενικευμένης αποσύνθεσης υπάρχουν συμπολίτες που στα λόγια του διαγγέλματος βρήκαν έστω ένα "και" για το οποίο έπρεπε να χαρούν. Προφανώς και δεν αναφέρομαι σε κάποια ολοκληρωμένη πρόταση ή νόημα, εφόσον δεχτούμε ότι αυτός που γράφει το κείμενο που διαβάζει ο πρωθυπουργός είναι ενδεχομένως σε θέση να παράγει κάτι τέτοιο (ίσως σε στιγμές μεγάλου οίστρου ή έμπνευσης).

Ζήτω μας, για άλλη μια φορά!

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

στην χώρα των χρυσών ήλιων

Το μυθιστόρημα του Καλέντ Χοσεϊνί. Όπου, όπως είπε και η κ. Δώρα [που συχνά πυκνά φροντίζει για την (λογοτεχνική) παιδεία μας], έχεις απλά "το Αφγανιστάν στο πιάτο σου".

Είναι μια χώρα που την μάθαμε πακέτο με τις επιθέσεις της 11/09. Μαζί με τον Μπιν Λάντεν, μαζί με την μπούρκα, τους Ταλιμπάν, την καλλιέργεια οπίου και άλλα καθόλου ειρηνικά και φιλήσυχα. Μια χώρα μακρινή για τα δεδομένα μας, για την νοοτροπία μας, για την θρησκεία μας, για τις αντιλήψεις μας.

Το μυθιστόρημα είναι κατ' αρχήν εκπληκτικό γι αυτόν ακριβώς τον λόγο. Γιατί σου παρουσιάζει μια ιστορία που ξεκινάει και τελειώνει εκεί. Και διαρκεί όσο διαρκούν οι πρόσφατες ταραχές, μαζί με τον κουμμουνισμό, τους μουτζαχεντίν, τους εμφυλίους (που τελικά ακολουθούν κάθε εθνικό απελευθερωτικό αγώνα, ανεξάρτητα πόσο ειλικρινής είναι αυτός και σε ποιο μήκος και πλάτος του πλανήτη συμβαίνει), τους Ταλιμπάν, τον Μπους, τους Ταλιμπάν ξανά, όπως ακούμε τις τελευταίες μέρες στους παγκοσμιοποιημένους τηλεοπτικούς μας δέκτες.

Αφου τελειώσει κανείς το μυθιστόρημα κυριαρχεί αυτό το αίσθημα της ασφάλειας και των ενοχών. Της ασφάλειας που οι γυναίκες στην ελλάδα δεν είναι όπως εκεί, δεν παντρεύονται με τη βία στα 15, δεν υφίστανται ψυχολογική και σωματική βία σε όλη τους τη ζωή, δεν κρύβονται κάτω από την μπούρκα, μορφώνονται, δουλεύουν, ζουν όπως και οι άντρες, χωρίς διαφορές (ελπίζω) πλέον. Και των ενοχών, αφού εμείς γεννηθήκαμε σε καθαρά σεντόνια με τρεχούμενο νερό και ηλεκτρισμό (να μην αναφέρω το ιντερνετ), με γονείς που μας μεγάλωναν με όλα όσα ο κάθε δυτικός μπορεί να ζητήσει, κυρίως με αγάπη, στις ευτυχισμένες των περιπτώσεων, ενώ κάπου αλλού, όχι τόσο (γεωγραφικά) μακριά τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Είναι όπως οι ταινίες για την αφρική (βλ. Ματωμένο Διαμάντι, Ο Επίμονος Κηπουρός) ή εκείνες για το πακιστάν (που στο μυθιστόρημα για το αφγανιστάν είναι ότι για την αλβανία η ελλάδα μερικά χρόνια πριν) και τις απαγωγές δημοσιογράφων κτλ κτλ. Που συγκλονίζεσαι, συγκινείσαι, ΔΕΝ ταυτίζεσαι γιατί δεν υπάρχει κάτι με το οποίο μπορείς να ταυτιστείς, δεν υπάρχουν έτσι κ αλλιώς πολλά τα οποία μπορούσες να φανταστείς πριν αρχίσεις το βιβλίο/την ταινία. Τελικά όμως κάποια στιγμή ξεχνάς. Ελπίζοντας αυτό το μεσοδιάστημα να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο, όσο το δυνατόν πιο ηχηρό για τους ανθρώπους γύρω σου.

Άλλωστε αυτό δεν είναι και η ιστορία των ιστολογίων σαν και αυτό εδώ; Η αποτύπωση ιχνών, κομματιών ενός μονοπατιού, η χαρτογράφηση μιας πορείας στην αιωνιότητα (εφόσον ο server που μας κρατάει όλους δωρεάν δεν αποφασίσει να κλείσει) και στο χάος του παγκόσμιου χωριού που λέγεται ιντερνετ, με στόχο την επέκταση (χρονική, ποσοτική, ποιοτική) τέτοιων μεσο_διαστημάτων, ανάμεσα σε μία εμπειρία και μια άλλη, άξιες καταγραφής.

Θα μείνω, άρα, στον επίλογο του μυθιστορήματος και θα πω το εξής. Κάποιος (ο συγγραφές έν προκειμένω) έχει δουλέψει, έχει περάσει ώρες μπροστά από άδειες σελίδες (έτσι δεν κάνουν οι συγγραφείς;) με στόχο να φέρει στα καλοκαιρινά μας απογεύματα μια ιστορία αληθινή, για την πατρίδα του. Με τρόπους, που στο μάτι και στο μυαλό ενός απλού αναγνώστη, φαίνονται εκπληκτικοί.

Αφιερώνει ωστόσο τον επίλογο της διαδικασίας αυτής στο να ενημερώσει (και όχι πλέον να συγκινήσει, να εξηγήσει, να παραμυθιάσει) για τους πρόσφυγες, για την δραση του UNHCR, για το τεράστιο πρόβλημα που τουλάχιστον εμάς τους έλληνες δεν θα έπρεπε να μας αφήνει αδιάφορους, ξεχνώντας τη δική μας ιστορία (πράγμα που δυστυχώς συμβαίνει, αν αναλογιστεί κανείς πρόσφατα και μη γεγονότα).

Στόχος του δεν είναι άλλος απ' το να παρακινήσει να φύγουμε από το συναίσθημα της ασφάλειας, να φύγουμε και από εκείνο των ενοχών και να πάμε τα προβλήματα ένα βήμα παραπέρα. Τα ουσιαστικά προβλήματα, τα ανθρώπινα. Και να σταματήσουμε να περιμένουμε τα πράγματα να γίνουν από τις αγνές προθέσεις πολυεθνικών, πολιτικών, εταιρειών. (πόσο ψεύτικο μπορεί από μόνο του να ακούγεται άραγε;)

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

πανσέληνος

Αθήνα, 07/07/09.
Ώρα 17:00 και θερμοκρασία πάνω από 30 βαθμούς, σίγουρα.

Κάπου ανάμεσα στου γκύζη, στου ζωγράφου και στου παπάγου, στην κίνηση της αντίστοιχης ώρας, και ενώ σκέφτεσαι πόσο ζεσταίνεσαι, πόσο ζεσταινόσουν όλη μέρα, πόσο θα ήθελες να μην είσαι στη μέση ενός αυτοκινητόδρομου που το οδόστρωμά του αγγίζει τους 60 βαθμούς κελσίου και όταν -κυρίως λόγω της ζέστης- σκέφτεσαι ότι η μέρα σου μέχρι στιγμής είχε λίγα νεύρα παραπάνω από τα συνηθισμένα, ήταν λίγο λιγότερο αποτελεσματική και αποδοτική, ήταν επίσης λίγο περισσότερο κουραστική και ιδρωμένη, ακουγέται μία φωνή στο ραδιόφωνο που συμβουλεύει να κάνουμε υπομονή γιατί η πανσέληνος μας επηρρεάζει, μας τσιτώνει τα νεύρα, μας κάνει πιο απότομους, πιο βίαιους.

Και σκέφτομαι πόσο εύκολο είναι να ρίξουμε όλα τα προβλήματά μας στην πανσέληνο. Πόσο πιο βολικό είναι να φορτώσουμε ένα -κατά τα άλλα- εντυπωσιακό και όμορφο φυσικό φαινόμενο με την γκρίνια μιας καυτής και ιδρωμένης ημέρας στην -ανυπόφορη τέτοια ώρα- ελληνική πρωτεύουσα, από το να κάτσει ο οποιοσδήποτε και να σκεφτεί τι πραγματικά φταίει και έχει νεύρα. Όπως περίπου συμβαίνει με τα ζώδια και με τις θρησκείες και τους απανταχού θεούς.

Δεν πιστεύω στα ζώδια, δεν πιστεύω στο μάτι, δεν πιστεύω στις ενέργειες των ανθρώπων που μπορούν με ένα βλέμμα να μου χαλάσουν τη μέρα, όπως δεν πιστεύω και στις δυνάμεις που κινούν τα νήματα του κόσμου, που αποφασίζουν αντί για μας. Αντίθετα πιστεύω στην ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει σε όλα τα παραπάνω.

Θεωρώ εύκολη προσέγγιση να λέει κανείς θεού θέλοντος. Γιατί έτσι είσαι καλυμένος. Αν δεν πετύχει ό,τι κάνεις, τότε μπορείς να πεις ότι δεν ήθελε ο θεός. Όχι ότι δεν τα κατάφερες, ότι δεν προσπάθησες όσο -ενδεχομένως- θα έπρεπε, ή ότι ήσουν απλά άτυχος. Εκτός και αν κάνουμε την παραδοχή ότι με τον όρο θεό απλά αλλάζουμε όνομα στην τύχη. Γιατί όταν ο ντιόγο σημαδεύει το δοκάρι, αυτό είναι ατυχία, όσο και να προπονηθεί και όσο και να σουτάρει, πάλι θα το ρίξει κάποια στιγμή στο δοκάρι. Όπως επίσης αντιδρώ και στην αναγωγή κάθε επιτυχίας στη δύναμη των θείων. Ότι αν εσύ προσπαθήσεις, ιδρώσεις, κουραστείς και επιτύχεις, να είσαι σίγουρος ότι αυτό δεν θα είχε γίνει αν δεν το είχε θελήσει ο θεός.

Αντίθετα πιστεύω στην αυθυποβολή. Στον τρόπο με τον οποίο μία προσευχή, ένα καλό ζώδιο το πρωί, ένα σημάδι που για κάποιο λόγο είναι σημαντικό για τον οποιονδήποτε, μπορεί να μας φτιάξει τη μέρα. Και όλα από εκεί και πέρα να λειτουργήσουν ρολόι. Και άρα να επαληθευτεί το ζώδιο, το σημάδι, η πίστη στο θεό που μας έδωσε μια καλή μέρα.

Παρόλ' αυτά κατανοώ και νιώθω την ανάγκη να τα ανάγουμε εκεί. Και την εκτιμώ και την χρειάζομαι, όπως όλοι, ενίοτε. Και να πιστεύουμε, δηλαδή, ότι ανάβοντας ένα κερί, μπορεί αυτό να εκτιμηθεί από κάπου, και να δώσει ανακούφιση σε όσα μας προβληματίζουν.

Που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να είναι η ζέστη της πρωτεύουσας, η κίνηση της αλεξάνδρας, η σκόνη στα καμαρίνια.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

όταν χτίσαμε τις αλάνες...



...βγήκαμε στα πεζοδρόμια. Τα στενά, του ενός μέτρου και κάτι. Όπου παιδιά, κυρίως αυτά των μεταναστών (γιατί τα δικά μας τα προτιμάμε ενίοτε στην τηλεόραση και στο Playstation), κυνηγάνε μπάλες, τρέχουν με ποδήλατα. Και βρίσκουν χώρο για διασκέδαση εκεί που δεν υπάρχει.


Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

μουσείο vs μάρμαρα

Όσο περιμένουμε να αρχίσει η τελετή εγκαινίων του νέου μουσείου ακρόπολης και ενώ έχουμε φάει περίπου στις δύο με τρεις βδομάδες αφότου ανακοινώθηκε η σημερινή ημερομηνία ως αυτή από την οποία και έπειτα το μουσείο θα αρχίσει να δέχεται επισκέπτες στο σύνολό του, όπου όλα (μα ΟΛΑ) τα ΜΜΕ, όλες οι εφημερίδες και τα free press, όλα τα κανάλια και οι εκπομπές έχουν αφιερώσει χρόνο (και χρήμα) στην επένδυση του νέου αυτού κτίσματος, δεν μπορώ παρά να σταματήσω να σκέφτομαι μία διαρκή αντίθεση.

Το πρόβλημα είναι το εξής. Όταν πρόκειται για ένα μουσείο προφανώς όλοι θα εστιάσουν στο έκθεμα, όσο καλό και να είναι το κτίριο, όσο όμορφο, σωστό, λειτουργικό, μοντέρνο (ή όχι) αν τα εκθέματα είναι μάπα τότε τζάμπα κόπος. Αν τυχαίνει μία σειρά από εντυπωσιακά και ουσιαστικά σχετικά με τον πολιτισμό εκθέματα να στεγάζονται από ένα ποιοτικό κτίριο τότε τι καλύτερο.

Στο συγκεκριμένο όμως μουσείο υπάρχει ένα θέμα. Εθνικό, ας πούμε. Αυτό της επιστροφής των μαρμάρων. Περισσότερο διπλωματικό θα έλεγα εγώ, καθώς η οικονομία, η υγεία και η παιδεία μπορούν να είναι εθνικά θέματα, τα μάρμαρα όχι. Αλλά έστω ότι αυτή είναι προσωπική άποψη στην οποία μπορεί κανείς να διαφωνήσει. Το ζήτημα όμως, στο φινάλε όλων αυτών των ρεπορτάζ δεν είναι το μουσείο, δεν είναι η αρχιτεκτονική, δεν είναι αν (επιτέλους) θα μπορεί κάποιος να δει μαζεμένα στο σύνολό τους τα εκθέματα εκείνα που κάνουν τον παρθενώνα παγκόσμια κληνορομιά, αλλά είναι αν επιτέλους θα πειστούν οι άγγλοι να επιστρέψουν τα μάρμαρα.

Καταλαβαίνω ότι κάποια πράγματα έχουν -εκτός από πραγματική- εννοιολογική και συμβολική σημασία. Ότι ενδεχομένως θα είναι μία νίκη, η επιστροφή θα είναι -ως έναν βαθμό- απόδοση δικαιοσύνης. Δεν μπορώ όμως να μην συγχίζομαι όταν η ύπαρξη πλέον αυτού του μουσείου, που ανεξάρτητα από την κριτική που μπορεί ο καθένας να του ασκήσει -συχνά και δικαίως- σχετικά με τις αρχιτεκτονικές του ιδιαιτερότητες, που αποτελεί γεγονός ισάξιο μόνο με την ύπαρξη του αρχαιολογικού μουσείου αθηνών (και μερικών ελάχιστων που ίσως δεν γνωρίζω, αλλά που ίσως αν υπήρχαν να τα γνώριζα, συγχωρέστε με), να βρίσκεται πιο κάτω στην δημοσιογραφική κλίμακα αξιολόγησης από την επιστροφή των μαρμάρων.

Που, να μου επιτραπεί, είναι πολύ λιγότερο σημαντικά στην ουσία της γνώσης που προσφέρουν, από το ίδιο το μουσείο. Ακόμα και σαν αρχιτεκτονικό μνημείο και μόνο. Ας μην ξεχνάμε ότι τέτοια κτίρια (σαφώς πακέτο με το περιεχόμενό τους) είναι αυτά που τραβάνε την κοινωνία μπροστά, που δίνουν ευκαιρίες να πλησιάσει ο κόσμος πραγματικά και ουσιαστικά στον πολιτισμό, στην παιδεία, στην οποία στο φινάλε ανάγονται όλα μας τα προβλήματα. Και όχι σε μερικές πέτρες παραπάνω. Τις οποίες μέχρι τώρα δεν είχαμε και πού να τις βάλουμε. (Οι συνειρμοί αποτρέπονται).