Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

διάφορα

2+ μήνες αποχής από την online -δωρεάν- ψυχανάλυση του blogspot.

2+ μήνες λόγω. α. διπλωματικής. β. στρατιωτικής θητείας.

Αυτά που ακολουθούν είναι οι (πρώτες) σκέψεις του υποφαινόμενου στις άπειρες ώρες αναμονής και ατελείωτης βαρεμάρας που του προσφέρει ο Ε.Σ. που αναθεωρούνται διαρκώς. Απλά έχει ενδιαφέρον και πλάκα (;) η καταγραφή τους στο δημόσιο αυτό ημερολόγιο.

Μπαίνοντας στην παλαβομάρα που ονομάζεται Ε.Σ. (Ελληνικός Στρατός μη.χε.), μέσα στο ψάρωμα, το άγχος της πρώτης_δεύτερης_τρίτης_όχι παραπάνω μέρας, έχεις άπειρο χρόνο να κάψεις τα εγκεφαλικά σου κύτταρα με σκέψεις όπως:

Ο Ε.Σ. είναι μια μηχανή μαζικής παραγωγής κόμπλεξ. Ανωτερότητας, κατωτερότητας και δεν ξέρω τι άλλο. Όπου ο καθένας γίνεται κάτι γυαλίζοντας σωστά και τακτικά τα παπούτσια του, ξυρίζοντας τη μούρη του καθημερινά, χτυπώντας προσοχή με όση περισσότερη δύναμη έχει και φωνάζοντας το όνομά του μέχρι να ευχαριστηθεί ο λοχαγος, λοχίας, επιλοχίας, δόκιμος και ο καθένας (αφού όλοι είναι από πάνω σου). Στο δημοτικό σου φώναζε ο δάσκαλος επειδή έκανες λάθος στην ορθογραφία και πιθανώς έκλαιγες. Στο γυμνάσιο επειδή δεν καταλάβαινες τη φυσική (είχες μεγαλώσει αρκετά για να βάλεις τα κλάμματα), στο λύκειο επειδή δεν ένιωθες στα ολοκληρώματα, στο πολυτεχνείο επειδή αντιδρούσες στις συνθετικές του απόψεις (ενδεχομένως). Στο στρατό επειδή δεν ξυρίστηκες. Πολλοί είναι στα πρόθυρα να βάλουν τα κλάμματα ξανά.

Ο Ε.Σ. στερείται αισθητικής. Καλό ε; Και προφανώς δεν εννοώ (μόνο) τα χακί, την αθλιότητα των εγκαταστάσεων, τα χάλια του στρατοπέδου, που στο φινάλε έχουν και μια άλφα πλάκα, αν μπορεί να τα δει κάποιος από μακριά. Εννοώ κυρίως την έλλειψη οποιασδήποτε αισθητικής των στελεχών του. Κάποιος μπορεί να είναι άσχημος (με όσα αντικειμενικά κριτήρια μπορεί να συλλέξει κανείς), μπορεί να ντύνεται κακόγουστα και να μην σου δημιουργεί καμία αίσθηση να του μιλήσεις. Και όταν ανοίξει το στόμα του και πει πέντε κουβέντες, να αποδειχτεί τόσο νορμάλ, που να μην σε νοιάζει πλέον η εξωτερική εμφάνιση, το ντύσιμο ή οτιδήποτε άλλο, αφού και ο λόγος, η λογική, η νοοτροπία, έχουν και αυτά μία αισθητική. Η οποία είναι παντελώς απούσα ακόμα και στους καλύτερους των στελεχών του Ε.Σ.

Τα παραπάνω ήταν οι πρώτες σκέψεις, οι οποίες αναθεωρούνται, όπως είπα. Ήδη έχω αμφιβολίες, αλλά επειδή δεν ξέρω που οδηγούμαι, γιαυτό εμμένω στα παραπάνω και μπορώ να τα υποστηρίξω περαιτέρω.. χοχο!

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

όλα στα κάρβουνα

Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2009

ζήτω!

Δύο (τρία;) βράδια πριν, όταν ο πρωθυπουργός βγήκε στην tv για το περίφημο διάγγελμα που θα αποσαφήνιζε το δίλημμα εκλογές ή ανασχηματισμός, ο υποφαινόμενος απλώνει τα ρούχα. Έχει παράλληλα την tv ανοιχτή στον πρωθυπουργό για να ακούει τους λόγους για τους οποίους πήρε τις όποιες αποφάσεις. Και κάπου ανάμεσα στα προβληματισμένα λόγια του πρωθυπουργού ακούγεται μία φωνή από την γειτονιά (χάρη στην ζέστη τα παράθυρά μας είναι ακόμα ορθάνοιχτα, άρα και η γειτονιά έχει αποκτήσει έναν πιο ανάλαφρο και ελεύθερο ορισμό), μιας κυρίας που θα την τοποθετούσε κανείς στο ηλικιακό γκρουπ 50-70 και που θα την φανταζόταν το ίδιο άτομο όρθια μπροστά στην tv με ένα χαμόγελο απ' αυτά που υποδηλώνουν περηφάνεια, συγκρατημένη χαρά, κατανόηση, να φωνάζει "μπράβο!".

Το ανησυχητικό ήταν ότι η γειτόνισσα αναφερόταν στον πρωθυπουργό. Σε αυτόν φώναζε, αυτόν παρότρυνε να συνεχίσει, αυτόν συνέχαιρε για τις αποφάσεις του (να πάει τη χώρα σε εκλογές επειδή η οικονομία μας πάει από το κακό στο χειρότερο και για να αποδείξει στο πασοκ ότι μπορεί εκεινοι να φωνάζουν για εκλογές αλλά στην ουσία το ίδιο απροετοίμαστοι είναι και οι δύο και προκειμένου ο καλός πρωθυπουργός να μην υποβάλλει τη χώρα σε μια δαπανηρή προεκλογική περίοδο 5-6-7 μηνών, να τις κάνουμε τώρα τις -εξίσου δαπανηρές- εκλογές και ότι γίνει έγινε, έτσι κ αλλιώς το καινούριο pro evolution soccer μόλις βγήκε άρα και ως αξιωματική αντιπολίτευση κάτι θα βρω να κάνω).

Ήταν, λοιπόν, (ο υποφαινόμενος) παρών σε ένα αστικό γεγονός από εκείνα που συχνά πυκνά συμβαίνουν στην ελληνική μητρόπολη, επειδή όπως έχω ξαναπεί υπάρχει η πολυκατοικία, η ζέστη και η πυκνότητα, και όπου μπορείς να γνωρίσεις τους γείτονές σου από τέτοιες αντιδράσεις. Χωρίς να ξέρεις το όνομα, χωρίς να ξέρεις το πρόσωπο, γνωρίζεις ότι στο ισόγειο μένει η κύπρια που μιλάει με την φίλη της μετά τις τρεις στο τηλέφωνο και κουτσομπολεύει τους γκόμενούς της, απέναντι η γιαγιά που σιδερώνει παρέα με τις ειδήσεις των 8, τώρα η "τυφλή" υποστηρήκτρια του πρωθυπουργού, που δεν έχει σε τίποτα να βγει και να φωνάξει "μπράβο!" και "ζήτω!" σε λόγια παράλογα που απαντούν σε καταστάσεις κωμικοτραγικές.

Πού αλλού όμως εκτός από την ελληνική (ή οποιαδήποτε) μητρόπολη και την ανωνυμία που αυτή κουβαλάει μαζί της, θα μπορούσε κανείς να ζήσει το παραπάνω γεγονός; Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ με ευκολία την ίδια κυρία να βγαίνει στο επαρχιώτικο μπαλκόνι της (εκτός κ αν αυτό είναι βαμμένο μπλέ και αντί τον Κύριο πάνω από το τραπέζι υπάρχει στολισμένη η εικόνα του καρατζαφέρη, -ουπς- του κωστάκη) και στα αντίστοιχα λόγια του πρωθυπουργού να φωνάζει με την ίδια άνεση τα ίδια επιφωνήματα.

Επί της ουσίας θεωρώ ότι είναι ανησυχητικό που σε μία κατάσταση γενικευμένης αποσύνθεσης υπάρχουν συμπολίτες που στα λόγια του διαγγέλματος βρήκαν έστω ένα "και" για το οποίο έπρεπε να χαρούν. Προφανώς και δεν αναφέρομαι σε κάποια ολοκληρωμένη πρόταση ή νόημα, εφόσον δεχτούμε ότι αυτός που γράφει το κείμενο που διαβάζει ο πρωθυπουργός είναι ενδεχομένως σε θέση να παράγει κάτι τέτοιο (ίσως σε στιγμές μεγάλου οίστρου ή έμπνευσης).

Ζήτω μας, για άλλη μια φορά!

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

στην χώρα των χρυσών ήλιων

Το μυθιστόρημα του Καλέντ Χοσεϊνί. Όπου, όπως είπε και η κ. Δώρα [που συχνά πυκνά φροντίζει για την (λογοτεχνική) παιδεία μας], έχεις απλά "το Αφγανιστάν στο πιάτο σου".

Είναι μια χώρα που την μάθαμε πακέτο με τις επιθέσεις της 11/09. Μαζί με τον Μπιν Λάντεν, μαζί με την μπούρκα, τους Ταλιμπάν, την καλλιέργεια οπίου και άλλα καθόλου ειρηνικά και φιλήσυχα. Μια χώρα μακρινή για τα δεδομένα μας, για την νοοτροπία μας, για την θρησκεία μας, για τις αντιλήψεις μας.

Το μυθιστόρημα είναι κατ' αρχήν εκπληκτικό γι αυτόν ακριβώς τον λόγο. Γιατί σου παρουσιάζει μια ιστορία που ξεκινάει και τελειώνει εκεί. Και διαρκεί όσο διαρκούν οι πρόσφατες ταραχές, μαζί με τον κουμμουνισμό, τους μουτζαχεντίν, τους εμφυλίους (που τελικά ακολουθούν κάθε εθνικό απελευθερωτικό αγώνα, ανεξάρτητα πόσο ειλικρινής είναι αυτός και σε ποιο μήκος και πλάτος του πλανήτη συμβαίνει), τους Ταλιμπάν, τον Μπους, τους Ταλιμπάν ξανά, όπως ακούμε τις τελευταίες μέρες στους παγκοσμιοποιημένους τηλεοπτικούς μας δέκτες.

Αφου τελειώσει κανείς το μυθιστόρημα κυριαρχεί αυτό το αίσθημα της ασφάλειας και των ενοχών. Της ασφάλειας που οι γυναίκες στην ελλάδα δεν είναι όπως εκεί, δεν παντρεύονται με τη βία στα 15, δεν υφίστανται ψυχολογική και σωματική βία σε όλη τους τη ζωή, δεν κρύβονται κάτω από την μπούρκα, μορφώνονται, δουλεύουν, ζουν όπως και οι άντρες, χωρίς διαφορές (ελπίζω) πλέον. Και των ενοχών, αφού εμείς γεννηθήκαμε σε καθαρά σεντόνια με τρεχούμενο νερό και ηλεκτρισμό (να μην αναφέρω το ιντερνετ), με γονείς που μας μεγάλωναν με όλα όσα ο κάθε δυτικός μπορεί να ζητήσει, κυρίως με αγάπη, στις ευτυχισμένες των περιπτώσεων, ενώ κάπου αλλού, όχι τόσο (γεωγραφικά) μακριά τα πράγματα δεν είναι έτσι.

Είναι όπως οι ταινίες για την αφρική (βλ. Ματωμένο Διαμάντι, Ο Επίμονος Κηπουρός) ή εκείνες για το πακιστάν (που στο μυθιστόρημα για το αφγανιστάν είναι ότι για την αλβανία η ελλάδα μερικά χρόνια πριν) και τις απαγωγές δημοσιογράφων κτλ κτλ. Που συγκλονίζεσαι, συγκινείσαι, ΔΕΝ ταυτίζεσαι γιατί δεν υπάρχει κάτι με το οποίο μπορείς να ταυτιστείς, δεν υπάρχουν έτσι κ αλλιώς πολλά τα οποία μπορούσες να φανταστείς πριν αρχίσεις το βιβλίο/την ταινία. Τελικά όμως κάποια στιγμή ξεχνάς. Ελπίζοντας αυτό το μεσοδιάστημα να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο, όσο το δυνατόν πιο ηχηρό για τους ανθρώπους γύρω σου.

Άλλωστε αυτό δεν είναι και η ιστορία των ιστολογίων σαν και αυτό εδώ; Η αποτύπωση ιχνών, κομματιών ενός μονοπατιού, η χαρτογράφηση μιας πορείας στην αιωνιότητα (εφόσον ο server που μας κρατάει όλους δωρεάν δεν αποφασίσει να κλείσει) και στο χάος του παγκόσμιου χωριού που λέγεται ιντερνετ, με στόχο την επέκταση (χρονική, ποσοτική, ποιοτική) τέτοιων μεσο_διαστημάτων, ανάμεσα σε μία εμπειρία και μια άλλη, άξιες καταγραφής.

Θα μείνω, άρα, στον επίλογο του μυθιστορήματος και θα πω το εξής. Κάποιος (ο συγγραφές έν προκειμένω) έχει δουλέψει, έχει περάσει ώρες μπροστά από άδειες σελίδες (έτσι δεν κάνουν οι συγγραφείς;) με στόχο να φέρει στα καλοκαιρινά μας απογεύματα μια ιστορία αληθινή, για την πατρίδα του. Με τρόπους, που στο μάτι και στο μυαλό ενός απλού αναγνώστη, φαίνονται εκπληκτικοί.

Αφιερώνει ωστόσο τον επίλογο της διαδικασίας αυτής στο να ενημερώσει (και όχι πλέον να συγκινήσει, να εξηγήσει, να παραμυθιάσει) για τους πρόσφυγες, για την δραση του UNHCR, για το τεράστιο πρόβλημα που τουλάχιστον εμάς τους έλληνες δεν θα έπρεπε να μας αφήνει αδιάφορους, ξεχνώντας τη δική μας ιστορία (πράγμα που δυστυχώς συμβαίνει, αν αναλογιστεί κανείς πρόσφατα και μη γεγονότα).

Στόχος του δεν είναι άλλος απ' το να παρακινήσει να φύγουμε από το συναίσθημα της ασφάλειας, να φύγουμε και από εκείνο των ενοχών και να πάμε τα προβλήματα ένα βήμα παραπέρα. Τα ουσιαστικά προβλήματα, τα ανθρώπινα. Και να σταματήσουμε να περιμένουμε τα πράγματα να γίνουν από τις αγνές προθέσεις πολυεθνικών, πολιτικών, εταιρειών. (πόσο ψεύτικο μπορεί από μόνο του να ακούγεται άραγε;)

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

please dont leave me by pink

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο


από http://rock-nostrass.blogspot.com/2009/05/blog-post.html

Τετάρτη, 08 Ιουλίου 2009

πανσέληνος

Αθήνα, 07/07/09.
Ώρα 17:00 και θερμοκρασία πάνω από 30 βαθμούς, σίγουρα.

Κάπου ανάμεσα στου γκύζη, στου ζωγράφου και στου παπάγου, στην κίνηση της αντίστοιχης ώρας, και ενώ σκέφτεσαι πόσο ζεσταίνεσαι, πόσο ζεσταινόσουν όλη μέρα, πόσο θα ήθελες να μην είσαι στη μέση ενός αυτοκινητόδρομου που το οδόστρωμά του αγγίζει τους 60 βαθμούς κελσίου και όταν -κυρίως λόγω της ζέστης- σκέφτεσαι ότι η μέρα σου μέχρι στιγμής είχε λίγα νεύρα παραπάνω από τα συνηθισμένα, ήταν λίγο λιγότερο αποτελεσματική και αποδοτική, ήταν επίσης λίγο περισσότερο κουραστική και ιδρωμένη, ακουγέται μία φωνή στο ραδιόφωνο που συμβουλεύει να κάνουμε υπομονή γιατί η πανσέληνος μας επηρρεάζει, μας τσιτώνει τα νεύρα, μας κάνει πιο απότομους, πιο βίαιους.

Και σκέφτομαι πόσο εύκολο είναι να ρίξουμε όλα τα προβλήματά μας στην πανσέληνο. Πόσο πιο βολικό είναι να φορτώσουμε ένα -κατά τα άλλα- εντυπωσιακό και όμορφο φυσικό φαινόμενο με την γκρίνια μιας καυτής και ιδρωμένης ημέρας στην -ανυπόφορη τέτοια ώρα- ελληνική πρωτεύουσα, από το να κάτσει ο οποιοσδήποτε και να σκεφτεί τι πραγματικά φταίει και έχει νεύρα. Όπως περίπου συμβαίνει με τα ζώδια και με τις θρησκείες και τους απανταχού θεούς.

Δεν πιστεύω στα ζώδια, δεν πιστεύω στο μάτι, δεν πιστεύω στις ενέργειες των ανθρώπων που μπορούν με ένα βλέμμα να μου χαλάσουν τη μέρα, όπως δεν πιστεύω και στις δυνάμεις που κινούν τα νήματα του κόσμου, που αποφασίζουν αντί για μας. Αντίθετα πιστεύω στην ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει σε όλα τα παραπάνω.

Θεωρώ εύκολη προσέγγιση να λέει κανείς θεού θέλοντος. Γιατί έτσι είσαι καλυμένος. Αν δεν πετύχει ό,τι κάνεις, τότε μπορείς να πεις ότι δεν ήθελε ο θεός. Όχι ότι δεν τα κατάφερες, ότι δεν προσπάθησες όσο -ενδεχομένως- θα έπρεπε, ή ότι ήσουν απλά άτυχος. Εκτός και αν κάνουμε την παραδοχή ότι με τον όρο θεό απλά αλλάζουμε όνομα στην τύχη. Γιατί όταν ο ντιόγο σημαδεύει το δοκάρι, αυτό είναι ατυχία, όσο και να προπονηθεί και όσο και να σουτάρει, πάλι θα το ρίξει κάποια στιγμή στο δοκάρι. Όπως επίσης αντιδρώ και στην αναγωγή κάθε επιτυχίας στη δύναμη των θείων. Ότι αν εσύ προσπαθήσεις, ιδρώσεις, κουραστείς και επιτύχεις, να είσαι σίγουρος ότι αυτό δεν θα είχε γίνει αν δεν το είχε θελήσει ο θεός.

Αντίθετα πιστεύω στην αυθυποβολή. Στον τρόπο με τον οποίο μία προσευχή, ένα καλό ζώδιο το πρωί, ένα σημάδι που για κάποιο λόγο είναι σημαντικό για τον οποιονδήποτε, μπορεί να μας φτιάξει τη μέρα. Και όλα από εκεί και πέρα να λειτουργήσουν ρολόι. Και άρα να επαληθευτεί το ζώδιο, το σημάδι, η πίστη στο θεό που μας έδωσε μια καλή μέρα.

Παρόλ' αυτά κατανοώ και νιώθω την ανάγκη να τα ανάγουμε εκεί. Και την εκτιμώ και την χρειάζομαι, όπως όλοι, ενίοτε. Και να πιστεύουμε, δηλαδή, ότι ανάβοντας ένα κερί, μπορεί αυτό να εκτιμηθεί από κάπου, και να δώσει ανακούφιση σε όσα μας προβληματίζουν.

Που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να είναι η ζέστη της πρωτεύουσας, η κίνηση της αλεξάνδρας, η σκόνη στα καμαρίνια.